Πρόοδος του Έργου Μαρτυρίας από Μικρές Αρχές στην Αργεντινή
(Από το Βιβλίον του Έτους 1972)
(Συνέχεια από το προηγούμενο τεύχος)
Η αναπροσαρμογή και προθυμία του Αδ. Αργυρού να υπομένη όλες τις αντιξοότητες, η ατομική του θυσία—το παν χάριν του ευαγγελίου: Αυτό προεξέχει καθώς αναθεωρούμε τις αναμνήσεις του των σαράντα ετών της υπηρεσίας του ως σκαπανέως.
«Στα ταξίδια μου πολλές ήσαν οι δυσκολίες: Φθάνοντας τη νύχτα σε χωριά όπου δεν υπήρχαν φώτα, ήταν δύσκολο να βρω δωμάτιο· το πρόβλημα του να εκμάθω τη γλώσσα· και η έλλειψις χρημάτων. Τα πρώτα έτη ως σκαπανεύς μπορούσα να διατηρούμαι με τα χρήματα που είχα αποταμιεύσει από την κοσμική μου εργασία. Έτσι, στα πρώτα εκείνα λίγα χρόνια εντυνόμουν καλά, και όταν έμπαινα στα χωριά τα παιδιά έτρεχαν να πουν στις μητέρες τους ότι ήλθε ο γιατρός! Όταν έφθανα στην πόρτα, οι γυναίκες άνοιγαν δειλά, αλλ’ όταν άκουγαν το άγγελμα έχαναν τη δειλία τους. Αργότερα, όταν επί κάπου δέκα χρόνια έκαμνα έργον σκαπανέως στα εξοχικά χωριά, φορούσα Μπομπάτσας, μια χαρακτηριστική φορεσιά των χωρικών, και βρήκα ότι εγινόμουν ευκολώτερα δεκτός.
«Κάποτε άνθρωποι οι οποίοι με συναντούσαν για πρώτη φορά με προσκαλούσαν να δαπανήσω τη νύχτα μαζί τους. Άλλες φορές κοιμώμουνα στα ανοικτά, μια φορά στη ζούγκλα γεμάτη από αγκάθια—δεν τα είδα γιατί ήταν σκοτεινά. Αλλ’ ο Ιεχωβά με αντήμειψε την επομένη ημέρα. Έδινα μαρτυρία σ’ ένα μικρό χωριό και το απόγευμα συνήντησα ένα ζεύγος οι οποίοι έδωσαν προσοχή στο άγγελμα και με προσκάλεσαν να επιστρέψω για να δαπανήσω τη νύχτα στο σπίτι τους. Όταν τελείωσα επέστρεψα. Μετά το δείπνον προσκάλεσαν μερικούς γείτονες ν’ ακούσουν το παράξενο αυτό άγγελμα των μαρτύρων του Ιεχωβά. Μίλησα σ’ αυτούς μέχρι τα μεσάνυχτα. Κατόπιν η οικοδέσποινα με ωδήγησε στο δωμάτιο μου· είχε ένα κρεβάτι με κεντητά σεντόνια επάνω του! Όταν σηκώθηκα το άλλο πρωί η οικοδέσποινα μου είπε, ‘Ο σύζυγός μου και εγώ στενοχωρούμεθα ότι δεν θα μπορούσες να κοιμηθής καλά σε ξένο κρεββάτι.’ Την εβεβαίωσα ότι κοιμήθηκα πάρα πολύ καλά. Σκεπτόμουν, ‘Και που να γνωρίζατε που κοιμήθηκα πριν από δυο νύχτες!’
»Μια νύχτα κοιμήθηκα με μια όνο! Ήταν σ’ ένα μικρό χωριό που είχε μόνο ένα οικοτροφείο και ένα δωμάτιο για νοίκιασμα, κι αυτό είχε νοικιασθή. Ήταν μια βροχερή νύχτα όταν ο καθένας θέλει να κοιμάται κάτω από μια στέγη. Έτσι είπα στον άνθρωπο ότι αυτή δεν ήταν νύχτα για να μείνη κανείς έξω μέσα στα στοιχεία της φύσεως· απήντησε ότι το μόνο μέρος που είχε ήταν ένας σταύλος όπου είχε τα ζώα του και με ωδήγησε εκεί. Μου ετοίμασε ένα κρεβάτι σε μια πλευρά· στην άλλη πλευρά ήταν η μητέρα όνος και το μικρό της—το χώρισμα το έκαμε με σανίδια για να φράζη τη βοσκή από τα ζώα. Λοιπόν, κοιμήθηκα σαν ένας βασιλιάς! Την άλλη μέρα έπρεπε να φύγω στις 6 π.μ. για την Σαν Κρίστομπαλ. Δεν χρειαζόμουν ξυπνητήρι· η ‘συνομοδωμάτιός’ μου, η όνος, άρχισε να γκαρίζη! Δυσκολίες μπορεί να είναι τόσο ευχάριστες!»
»Υπήρχαν όμως και οι όχι τόσο ευχάριστες πείρες: Όταν το πρωί έφθασα στην Ευσέβεια, ζήτησα να βρω ένα οικοτροφείον· μου είπαν ότι δεν υπήρχε, έτσι συνέχισα εργαζόμενος και εκάλυψα το χωριό. Όταν ετοιμάσθηκα να φάγω και να αναπαυθώ βρήκα ότι το οικοτροφείο είχε κλείσει. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο να κάμω παρά να δαπανήσω την νύχτα κάτω από τ’ αστέργια. Ήταν η έναρξις του φθινοπώρου, αλλά δεν έκαμνε κρύο, και πήγα σε μικρή απόστασι έξω από το χωριό και ξαπλώθηκα. Δεν είχα τίποτε να φάγω, αλλά δεν αισθανόμουν πεινασμένος. Το στομάχι μου ήταν καλά γυμνασμένο· μπορούσα να φάγω οποτεδήποτε, ή, αν δεν είχα τίποτε αυτό δεν με πείραζε. Αυτή είναι μια συνήθεια που εσχημάτισα στη Τουκουμάν το 1935. Επί τρεις συνεχείς μήνες κατά τη διάρκεια του θερισμού του ζαχαροκαλάμου έφευγα πολύ πρωί, και επέστρεφα αργά τη νύχτα, πολλές φορές χωρίς να έχω φάγει τίποτε στο διάμεσον. Όταν πήγα να κοιμηθώ εκεί στην Ευσέβεια, υπήρχαν όλα τα είδη των κουνουπιών. Έκοψα ένα κλαδί, νομίζοντας ότι έτσι θα μπορούσα να τα απομακρύνω, αλλ’ όσο περισσότερο κουνούσα το κλαδί τόσο περισσότερο μου επιτίθεντο! Απεφάσισα να βαδίσω στο σιδηροδρομικό σταθμό, νομίζοντας ότι θα εύρισκα ανοιχτό το δωμάτιο της αναμονής· αλλά παρά το γεγονός ότι τα τραίνα περνούσαν συχνά, αυτό ήταν κλειστό. Κατόπιν βρήκα ένα μεγάλο κανναβόπανο που το χρησιμοποιούσαν για να ξηραίνουν τα σιτηρά· μ’ αυτό σκεπάσθηκα και πέρασα το υπόλοιπο της νύχτας.»
Είναι αλήθεια, ο σιδηρόδρομος ήταν μεγάλη ευκολία στους πρωτοπόρους σκαπανείς, αλλ’ υπήρχαν φορές που έπρεπε να χρησιμοποιηθούν τα πιο αρχέγονα μέσα. Ο Αδ. Αργυρός μπορεί να μας πη γι’ αυτό: «Το πιο μακρυνό βάδισμα που έκαμα ήταν από την Βίλλα Βαλέρια, Κόρδοβα, στην Κανιάδα Βέρδε, μια απόστασις 75 χιλιομέτρων, η 47 μιλίων· έφυγα στην 1 μ.μ. και έφθασα την άλλη μέρα στις 3 μ.μ. Ένα άλλο αλησμόνητο βάδισμα ήταν από την Λαπρίδα στη Λορέτο στην επαρχία Σαντιάγκο δελ Εστέρο—μια απόστασις 35 χιλιόμετρων. Ήταν ημέρα των Καρναβαλιών, έφυγα στις 12 το μεσημέρι και έφθασα στις 11 εκείνο το βράδυ. Στον δρόμο αυτό δεν υπάρχει νερό ούτε συνοικισμός. Διψούσα είχε βρέξει και υπήρχαν λακκάκια γεμάτα νερό στην πλευρά του δρόμου, αλλά το νερό ήταν ζεστό λόγω του καυστικού ήλιου, κι’ έτσι δεν μπορούσα να το πιω. Εδώ υπάρχουν δάση τόσο πυκνά ώστε όταν κανείς μπη μέσα σ’ αυτά δεν μπορεί να δη το ηλιόφως. Έτσι έφυγα από τον δρόμο και μπήκα στο δάσος ελπίζοντας να βρω ένα λακκάκι νερού στη σκιά. Όταν παρετήρησα ένα με χαρά έτρεξα εκεί, αλλ’ όταν επλησίασα είδα ένα κροκόδειλο που είχε φθάσει σ’ αυτό πριν από εμένα! Όταν με είδε ο κροκόδειλος έφυγε αμέσως, θολώνοντας το νερό καθώς έφευγε. Επέστρεψα στον δρόμο και συνέχισα το βάδισμα. Ύστερ’ από λίγα χιλιόμετρα συνήντησα ένα ιθαγενή της επαρχίας εκείνης που έβοσκε μια αγέλη από κατσίκια. Βλέποντας ότι είχε ένα βαρέλι νερού, τον παρακάλεσα να μου δώση να πιω, και ο καλός αυτός άνθρωπος μου έδωσε να πιω όσο ήθελα! Όταν ετελείωσα πίνοντας ήλθε μ’ ένα μεγάλο τενεκέ γεμάτο αχλάδια· τα έβαλε μπροστά μου και μου είπε να φάγω όσα ήθελα. Όταν εχόρτασα του έδωσα μερικά βιβλιάρια και συνέχισα τον δρόμο μου.»
Εκτεταμένο ήταν το έργο της σποράς που έκαμε ο Αδ. Αργυρός και μεγάλη ήταν η επιχείρησίς του—και ποια ήταν η εκπαίδευσίς του; Καθώς αυτός λέγει: «Κανείς δεν μου έφερε την αλήθεια, κανείς δεν μου έκαμε επανεπίσκεψι ή μου έδωσε μια ομιλία. Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι είμαι ένα είδος αυτοδημιούργητου διαγγελέως.»