Πρόοδος του Κηρύγματος της Βασιλείας από Μικρές Αρχές στην Ιαπωνία
(Από το βιβλίο του έτους 1973—συνέχεια)
Ο ΠΡΩΤΟΣ τόμος του Μελέτη Αντιστάσεως εν Καιρώ Πολέμου, που εξεδόθη από το Ίδρυμα για τη Μελέτη της Μορφωτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Ντοσάισα, στο Κυότο, και δημοσιεύθηκε το 1968, δίνει μια εκτενή έκθεσι της δραστηριότητος και καταδιώξεως των μαρτύρων του Ιεχωβά στην Ιαπωνία πριν και κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η έκθεσις αυτή βασίζεται ως επί το πλείστον επάνω σε πραγματικά δικαστικά αρχεία. Εδόθη συνέντευξις με μερικούς μάρτυρας του Ιεχωβά, ως επίσης και με μερικούς που εγκατέλειψαν την αλήθεια. Η έκθεσις αναφέρει την προηγούμενη δικαστική διαταγή του 1933, που απαγορεύει τη διανομή Της Σκοπιάς και των πλείστων δημοσιεύσεων της Εταιρίας, αλλά λέγει ότι, ως το 1938, περισσότερες από 105.000 δημοσιεύσεις ετυπώνονταν κάθε μήνα. (Αυτές ως επί το πλείστον ήσαν Ο Χρυσούς Αιών, αργότερα γνωστός ως το περιοδικό Παρηγοριά.) Έπειτα δίνεται μια περιγραφή φυλακίσεων και δικών, καθώς εκτίθεται λεπτομερώς στις επόμενες παραγράφους:
Τον Ιανουάριο του 1939, τρία μέλη της Τονταϊσά ήχθησαν ενώπιον του στρατολογικού συμβουλίου. Αυτοί εδήλωσαν, «Δεν θα λατρεύσωμε κανένα πλάσμα υπεράνω του Ιεχωβά, ούτε θα κύψωμε προς το παλάτι του αυτοκράτορος ή της φωτογραφίας του.» Επίσης είπαν: «Επειδή ο αυτοκράτωρ είναι ένα πλάσμα του αρχικού Δημιουργού του σύμπαντος, Ιεχωβά Θεού, και επειδή σήμερα ο αυτοκράτωρ δεν είναι ειμή ένα όργανον της πονηράς διακυβερνήσεως του Διαβόλου, δεν επιθυμούμε να λατρεύσωμε τον αυτοκράτορα ή να ορκισθούμε υποταγήν σ’ αυτόν.» Κατεδικάσθησαν από δύο ως τρία έτη φυλάκισι.
Την 21 Ιουνίου 1939, 130 άλλοι συνελήφθησαν, 91 (περιλαμβανομένου του Ακάσι) στο Τόκυο και σε 18 άλλες νομαρχίες, 30 στην Κορέα και 9 στην Ταϊγουάν. Τα γραφεία της Τονταϊσά περικυκλώθησαν από 100 και πάνω χωροφύλακας, και μια εξονυχιστική έρευνα έγινε. Εδώ, 20 έφηβοι και 6 παιδιά συνελήφθησαν. Ο Ακάσι, η σύζυγος του και ο δεύτερος και τρίτος γυιος των εκλείσθησαν στον αστυνομικό σταθμό της Ογκικουμπό.
Τον Αύγουστο του 1939, ο Ακάσι μόνος μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό της Όγκου. Επί επτά μήνες ανεκρίνετο εκεί από ειδική αστυνομία του θρησκευτικού διαμερίσματος. Μεταχειρίσθηκαν βίαν για να αποσπάσουν «ομολογίες» απ’ αυτόν. Εβασανίζετο ημέρα και νύχτα, και είχε ως συντρόφους του κελλιού του δηλητηριώδη έντομα, κουνούπια, ψείρες και κοργιούς. Ελακτίζετο και επανειλημμένως κατερρίπτετο στο δάπεδο, και το πρόσωπο του εκτυπάτο έως ότου κατέστη αγνώριστο. Ολόκληρο το σώμα του είχε καλυφθή από πληγές. Τελικά, σύμφωνα με την είδησι του Πανεπιστημίου Ντοσάισα, ενέδωσε και έθεσε την σφραγίδα του εις οτιδήποτε τον ρωτούσε η αστυνομία. Ύστερ’ από τρομερά βιαία ανάκρισι, η αστυνομία συνεπλήρωσε την έκθεσι της για τον Ακάσι την 1 Απριλίου 1940.
Την 27ην Απριλίου του 1940, ο Ακάσι και 52 άλλοι κατηγορήθησαν επισήμως ότι παραβιάζουν τον νόμο για τη Διατήρησι της Ειρήνης. Ο ίδιος ο Ακάσι κατηγορήθη για στασιασμό εναντίον της κυβερνήσεως και ανευλάβεια για τον αυτοκράτορα. Την 27ην Αυγούστου του ιδίου έτους, η Τονταϊσά απηγορεύθη ως παράνομος οργάνωσις και ως υποκινούσα δημοσία αναταραχή. Η δίκη του Ακάσι και των 52 άλλων συνεχίσθηκε το 1941 και 1942. Κατά την διάρκεια του καιρού αυτού ένας απέθανε από ασθένεια. Τελικά, όλοι εκτός ενός, που απήντησαν στη στρατιωτική κλήσι, βρέθηκαν ένοχοι και κατεδικάσθησαν. Ο Ακάσι καταδικάσθηκε σε 12 έτη και οι άλλοι σε φυλάκισι από 2 μέχρι 5 έτη.
Οι αστυνομικές έρευνες συνωδεύονταν από παντοειδή βία και βασανιστήρια. Λιγώτερο σοβαρή μεταχείρισις γινόταν υπό μορφήν βλασφημίας και δαρμού, άλλα συχνά σαδιστική μεταχείρισις είχε ως αποτέλεσμα αναπηρίαν και ακρωτηριασμό. Λόγω της μακράς περιόδου που ζούσαν σε ανθυγιεινά κελλιά, πολλοί αρρώστησαν και έγιναν ανάπηροι. Μερικοί πέθαναν στη φυλακή. Οικογένειες διασκορπίσθησαν ή εξαφανίσθηκαν, και πολλοί περιέπεσαν σε ελεεινή κατάστασι.
Ένας από την Τονταϊσά πρώτα φυλακίσθηκε σε μια στρατιωτική φυλακή στο Τόκυο τον Ιούνιο του 1939, και αργότερα αφέθηκε ελεύθερος την 16ην Δεκεμβρίου 1940. Συνελήφθηκε πάλι στην Κουμαμότο την 1 Δεκεμβρίου 1941 και τον έβαλαν σ’ ένα μικρό σκοτεινό κελλί επί δυο μήνες με τους βραχίονες του δεμένους πίσω στη πλάτη του. Τον έδερναν επανειλημμένως. Τον Αύγουστο του 1942, δυο στρατιωτικοί αστυνόμοι τον έδερναν και τον κλωτσούσαν επί μιάμισυ ώρα μπροστά στα μάτια του πατέρα του, και τον άφηκαν ημιθανή. Αυτό ήταν γιατί αρνιόταν να σκύψη στη κατεύθυνσι του ανακτόρου του αυτοκράτορος. Καθ’ ον χρόνον ήταν στην ίδια φυλακή, στα μέσα του χειμώνος, τον Δεκέμβριο του 1944, του έβγαλαν τα ρούχα, έδεσαν τα χέρια του πίσω από την πλάτη του και τον άφησαν επάνω στο υγρό τσιμεντένιο πάτωμα. Του έρριξαν νερό με τον κουβά επάνω στο πρόσωπο του και τη μύτη του μέχρις ότου έχασε τις αισθήσεις του, και κατόπιν τον άφησαν επί πολλές ώρες μέχρις ότου ήλθε πάλι στις αισθήσεις του. Αυτή η διαδικασία εγίνετο επανειλημμένως. Όταν τελικά απελύθη από τη φυλακή τον Οκτώβριο του 1945, έμοιαζε περισσότερο σαν νεκρός παρά ζωντανός.
Το βιβλίο Μελέτη Αντιστάσεως εν Καιρώ Πολέμου τελειώνει την έκθεσι: «Αλλ’ ακόμη και παρά την καταδίωξι του είδους αυτού, πολλοί από την Τονταϊσά συνέχισαν να διακρατούν την πίστι τους, αναμένοντας την απόλυσι τους η οποία ήλθε το 1945.»
Ναι, πολλοί διεκράτησαν την πίστι τους, και αρκετοί από αυτούς υπηρετούν πιστά ως μάρτυρες του Ιεχωβά ως την ημέρα αυτή. Εντούτοις, φαίνεται ότι η πλειονότης της Τονταϊσά ακολουθούσαν έναν άνθρωπο, τον Ακάσι. Π.χ., το άτομο που υπέστη τις σκληρές πείρες στη φυλακή που περιεγράψαμε ανωτέρω προσεκλήθη στις 18 Μαΐου 1971, να μιλήση σ’ ένα πρόγραμμα τηλεοράσεως στο Τόκυο. Αφού περιέγραψε τις ενέργειες και καταδιώξεις της Τονταϊσά ο άνθρωπος που του είχε δώσει την συνέντευξι τον ερώτησε: «Τι έχεις να πης για την ενέργεια της Τονταϊσά σήμερα;» Η απάντησις ήταν: «Εξετέλεσε τον σκοπό της, και έτσι δεν υφίσταται πλέον.»
Τι συνέβη όμως στον Ακάσι; Δύο έτη ύστερ’ από την απόλυσί του από τη φυλακή, ο Ακάσι έγραψε στον πρόεδρο της Βιβλικής και Φυλλαδικής Εταιρίας μια επιστολή, υπό ημερομηνίαν 25 Αυγούστου 1947, στην οποία έδειχνε ότι δεν συμφωνούσε με το τι είχε δημοσιεύσει η Σκοπιά ως το 1926. Αυτό πράγματι ήταν προτού δεχθή τον διορισμό του ως επόπτης τμήματος στην Ιαπωνία. Έτσι ο Ακάσι, με την ίδια του την ομολογία, έπαιζε το μέρος του υποκριτού επί είκοσι και πλέον έτη.
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΟΣ
Στους πιστούς επιζήσαντας από τους δύσκολους εκείνους καιρούς περιλαμβανόταν ο Αδ. και Αδελφή Ζ. Ισίη. Το 1928, καθ’ ον χρόνον διατηρούσε ένα ραφτάδικο στην Οσάκα, ο νεαρός Ισίη προμηθεύθηκε ένα αντίτυπο του βιβλίου Η Κιθάρα του Θεού. Γρήγορα επείσθη ότι είχε βρη την αλήθεια της Γραφής. Αυτός και η σύζυγός του βαπτίσθηκαν την 23 Μαρτίου 1929, και τον Σεπτέμβριο διωρίσθησαν ως βιβλιοπώλαι. Στο έργο του κηρύγματος των χρησιμοποιούσαν Την Κιθάρα του Θεού, Απελευθέρωσιν, Δημιουργίαν, την Σκοπιά (η οποία είχε απαγορευθή το 1933) και Τον Χρυσούν Αιώνα, ως επίσης και πέντε διαφορετικά βιβλιάρια στην Ιαπωνική. Εκάλυψαν ένα τομέα που επεκτεινόταν πάνω στα τρία τέταρτα της Ιαπωνίας, περιλαμβανομένης της Οσάκα, Οκαγιάμα, Τοκουσίμα, Κυότο, Ναγκόγια, Γιοκοχάμα, Τόκυο και του διαμερίσματος Κάντο, Σεντάι και Σαππόρο.