Ο Αποκλειστικός Θεός
«Δεν υπάρχει όμοιός σου, ω Ιεχωβά.»—Ιερεμίας 10:6, ΑΣ.
1. Πώς ο Ιερεμίας αναγνωρίζει τον Ιεχωβά ως απαράμιλλον;
Ο ΙΕΧΩΒΑ δεν έχει τον όμοιόν του. Με μεγαλοπρέπεια και απλότητα ο Ιερεμίας το αναγνωρίζει αυτό: «Δεν υπάρχει όμοιός σου, ω Ιεχωβά· είσαι μέγας, και μέγα το όνομά σου εν δυνάμει. Τις δεν ήθελε σε φοβείσθαι, βασιλεύ των εθνών; διότι εις σε ανήκει τούτο· διότι μεταξύ πάντων των σοφών των εθνών, και εν πάσι τοις βασιλείοις αυτών, δεν υπάρχει όμοιός σου. Αλλ’ ο Ιεχωβά είναι Θεός αληθινός, είναι Θεός ζων, και βασιλεύς αιώνιος· . . . Αυτός εποίησε την γην δια της δυνάμεως αυτού, εστερέωσε την οικουμένην εν τη σοφία αυτού, και εξέτεινε τους ουρανούς εν τη συνέσει αυτού . . . Οι θεοί, οίτινες δεν έκαμον τον ουρανόν και την γην, θέλουσιν αφανισθή από της γης, και υποκάτωθεν του ουρανού τούτου.»—Ιερεμίας 10:6, 7, 10, 12, 11, ΑΣ.
2. (α) Γιατί είναι σπουδαία η εκτίμησις της αποκλειστικότητος του Ιεχωβά; (β) Ποιο είναι το διερευνητικό ερώτημα
2 Αυτή η αποκλειστικότης του Ιεχωβά είναι μια ζωτική αλήθεια, και η εκτίμησίς της είναι ουσιώδης σε όλους όσοι θα ήθελαν να πραγματοποιήσουν τις δίκαιες επιθυμίες των. Οι ψευδείς θεοί είναι κοινοί. Είναι πρόχειροι σε όλους. Όμως, ο Ιεχωβά δεν είναι κανείς απ’ αυτούς. Θεοί πολλών ειδών υπηρετούνται και λατρεύονται από τους λαούς της γης. Η άσκησις τέτοιας λατρείας στη μεγάλη της ποικιλία μορφών είναι άσκησις ποικίλων θρησκειών. Είμεθα ενήμεροι των πολλών αυτών θεών. Γνωρίζομε ότι υπάρχουν ποικίλες θρησκείες σε όλη τη γη, που ενσωματώνουν τους αναριθμήτους θεούς τόσο των «Χριστιανικών» όσο και των μη Χριστιανικών χωρών, σε είδωλα, εικόνες, ξόανα και άλλα δίχως τέλος «άγια» υλικά αντικείμενα, που λατρεύονται αυτά τα ίδια και μέσω των οποίων επίσης αποδίδεται λατρεία σε πλάσματα, ανθρώπινα και πνευματικά. Για μερικούς, τα σώματα του σύμπαντος και οι δυνάμεις της φυσικής δημιουργίας είναι θεοί. Ο πλούτος και η δύναμις είναι θεοί για πολλά άτομα. Θεοί για πολλούς είναι οι εξυψωμένοι θρησκευτικοί, στρατιωτικοί, πολιτικοί, οικονομικοί, επιστημονικοί και καλλιτεχνικοί ηγέται. Έστω και αν μερικοί αρνούνται ότι αυτοί είναι αληθινά θεοί, δεν μπορεί όμως ν’ αρνηθή κανείς ότι όλα όσα ανεφέρθησαν και ακόμη, ναι, ζώα και έντομα, λατρεύονται ως θεοί. Ποιον ή τι λατρεύετε; Σε ποιον ή σε τι είσθε αφωσιωμένοι;—Έξοδος 20:3-5· 1 Θεσσαλονικείς 1:9.
3. (α) Είναι κατάλληλο να κάμωμε διάκρισι μεταξύ θεών; (β) Σε ποιους ο αληθινός Θεός βρίσκει γεμάτη αγάπη εκτίμησι;
3 Υπεράνω και χωριστά από την παράταξι των εκφυλισμένων θεών και των λατρευτών των υπάρχει ο ένας Ιεχωβά, του οποίου η αποκλειστικότης αποσπά τον ειλικρινή μας αίνο. Πρέπει να κάμωμε διάκρισι μεταξύ του αληθινού αυτού Θεού και των ψευδών. Είναι εντελώς κατάλληλο να ξεχωρίσωμε Αυτόν από όλους τους άλλους θεούς. Πράγματι, είναι ανάγκη να το πράξωμε. Ο δίκαιος Θεός δεν εισακούει την επίκλησι αδίκων πλασμάτων. Ο ευθύς και αγαθός Θεός δεν βρίσκει αρμονική ανταπόκρισι σε ασεβείς, γεμάτους μίσος ανθρώπους. Αν ανταποκρίνεσθε στην Θεότητά του με γεμάτη αγάπη εκτίμησι, είσθε ευτυχείς!—Ματθαίος 5:6-9.
4. Τι απαιτεί από μας η Χριστιανική πίστις σχετικά με τον Ιεχωβά;
4 Ο προφήτης του Θεού, του οποίου τα λόγια παραθέτομε πιο πάνω, τον αναφέρει ως «Ιεχωβά». «Ιεχωβά» είναι το όνομα του αληθινού Θεού. Είναι το όνομα με το οποίο προσδιορίζει τον εαυτό του και καθιστά τον εαυτό του γνωστό. «Θεός» είναι ένας τίτλος, όπως και «Κύριος», αλλά «Ιεχωβά» είναι ένα όνομα, το όνομα. Ο Ιεχωβά, μέσω των δημιουργικών του έργων, των κραταιών του πράξεων, και του λόγου της αληθείας του, της Γραφής, εκδηλώνει την αποκλειστικότητά του και ότι είναι ο αληθινός Θεός, εκτός του οποίου δεν υπάρχει κανείς άλλος. Συνεπώς, η άσκησις Χριστιανικής πίστεως απαιτεί από μας να κάμωμε διάκρισι μεταξύ του μόνου αληθινού Θεού και όλων των άλλων θεών.—Ψαλμός 145, ΑΣ.
5. Εν ονόματι τίνων περιπατούν οι άνθρωποι, σύμφωνα με το Μιχαίας 4, και πότε;
5 Η προφητεία του τετάρτου κεφαλαίου του Μιχαία βλέπει προς τα εμπρός στις θαυμαστές «έσχατες ημέρες» που ζούμε και που πρόκειται να χαρακτηρισθούν με τη διεκδίκησι του ονόματος του Ιεχωβά και τη βεβαίωσι της πλήρους του υπεροχής, και λέγει: «Και εν ταις εσχάταις ημέραις το όρος του οίκου του Ιεχωβά θέλει στηριχθή επί της κορυφής των ορέων, και υψωθή υπεράνω των βουνών· και λαοί θέλουσι συρρέει εις αυτό. Και έθνη πολλά θέλουσιν υπάγει, και ειπεί, Έλθετε, και ας αναβώμεν εις το όρος του Κυρίου, και εις τον οίκον του Θεού του Ιακώβ· και θέλει διδάξει ημάς τας οδούς αυτού, και θέλομεν περιπατήσει εν ταις τρίβοις αυτού· . . . Διότι πάντες οι λαοί θέλουσι περιπατεί έκαστος εν τω ονόματι του θεού αυτού· ημείς δε θέλομεν περιπατεί εν τω ονόματι Ιεχωβά του Θεού ημών εις τον αιώνα, και εις τον αιώνα.»—Μιχαίας 4:1, 2, 5, ΑΣ.
6. (α) Γιατί πολλά άτομα τώρα στρέφονται στη λατρεία του Ιεχωβά; (β) Γιατί πολλά δεν στρέφονται έτσι;
6 Τώρα σ’ αυτές τις «έσχατες ημέρες», άνδρες και γυναίκες που έρχονται στη γνώσι των αληθειών του λόγου του Θεού, της Γραφής, στρέφονται στη λατρεία και υπηρεσία του Ιεχωβά. Ποια είναι η έλξις; Μια πολύ αποκλειστική πράγματι· είναι η έλξις της δικαιοσύνης. Άτομα που αγαπούν τη δικαιοσύνη ανταποκρίνονται στις δίκαιες διδασκαλίες και στις υψηλές αρχές της Βίβλου και συνεπώς στον Θεόν της Βίβλου. Η λατρεία ειλικρινών καρδιών κατευθύνεται στον Θεόν που ονομάζεται Ιεχωβά. Άτομα που αγαπούν την αδικία, την πονηρία, και που είναι ιδιοτελή, δεν ανταποκρίνονται έτσι. «Και αύτη είναι η κρίσις, ότι το φως ήλθεν εις τον κόσμον, και οι άνθρωποι ηγάπησαν το σκότος μάλλον παρά το φως· διότι ήσαν πονηρά τα έργα αυτών. Επειδή πας όστις πράττει φαύλα, μισεί το φως, και δεν έρχεται εις το φως, δια να μη ελεγχθώσι τα έργα αυτού. Όστις όμως πράττει την αλήθειαν, έρχεται εις το φως, δια να φανερωθώσι τα έργα αυτού, ότι επράχθησαν κατά Θεόν.»—Ιωάννης 3:19-21.
7, 8. (α) Είναι όλοι ευχαριστημένοι να βλέπουν αμαυρωμένο το όνομα του Ιεχωβά; Ποιοι δεν είναι; (β) Τι εκφράζει ο Ιεχωβά σχετικώς;
7 Μερικά άτομα ενδιαφέρονται για τη λατρεία του αληθινού Θεού και δεν είναι ευχαριστημένα να βλέπουν το όνομά του να αμαυρώνεται. Ο Αβραάμ, ο Ισαάκ και ο Ιακώβ ενδιεφέροντο έτσι. Η Γένεσις 13:4 (ΑΣ) λέγει: «Και επεκαλέσθη εκεί ο Άβραμ το όνομα του Ιεχωβά.» Ο Ιακώβ ωνομάσθη Ισραήλ από τον Ιεχωβά Θεό τον καιρό που ο Παντοδύναμος επεβεβαίωνε στον Ιακώβ τη διαθήκη που είχε κάμει με τον Αβραάμ αφού οι «ξένοι θεοί» «εξεβλήθησαν» από όλα τα μέλη του εκτεταμένου οίκου του Ιακώβ. (Γένεσις, κεφάλαιο 35) Οι απόγονοι του Ιακώβ, που τώρα ωνομάζετο Ισραήλ, έγιναν το έθνος Ισραήλ. Ορίζοντας την αρχαία Αιγυπτιακή σκηνή για να εκτελεσθή εκεί η διεκδίκησίς του, ο Θεός είπε στον Μωυσή: «Ούτω θέλεις ειπεί προς τους υιούς Ισραήλ· Ιεχωβά ο Θεός των πατέρων σας, ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ, και ο Θεός του Ιακώβ, με απέστειλε προς εσάς· τούτο θέλει είσθαι το όνομά μου εις τον αιώνα, και τούτο το μνημόσυνόν μου εις γενεάς γενεών.» (Έξοδος 3:15, ΑΣ) Ο Μωυσής δεν ελάτρευε τους θεούς της Αιγύπτου, αλλά ελάτρευε τον Ιεχωβά, τον οποίον αγαπούσε.
8 Ο Ιεχωβά ο ίδιος αργότερα είπε μέσω του δούλου του Μωυσέως: «Διότι Ιεχωβά ο Θεός σας είναι Θεός των θεών, και Κύριος των Κυρίων, Θεός μέγας, ισχυρός, και φοβερός, ουκ αποβλέπων εις πρόσωπον, ουδέ λαμβάνων δώρον.» (Δευτερονόμιον 10:17, ΑΣ) Σήμερα άλλα άτομα λατρεύουν τον αληθινό Θεό και ενδιαφέρονται για την τιμή του ονόματός του. Η εκτίμησις που έχουν της αποκλειστικότητος του Ιεχωβά εκφράζεται με λόγια σαν κι αυτά: «Θέλω σε δοξολογήσει εν όλη καρδία μου· θέλω ψαλμωδήσει εις σε έμπροσθεν των θεών. Ο Ιεχωβά θέλει εκτελέσει τα περί εμού· ω Ιεχωβά, το έλεός σου μένει εις τον αιώνα· τα έργα των χειρών σου μη παραβλέψης.»—Ψαλμός 138:1, 8, ΑΣ.
9. Τι αξιοί το ενδιαφέρον μας σ’ αυτή τη μελέτη;
9 Αναφορικά με αυτόν τον αληθινό Θεό και εκείνους που τον υπηρετούν, και αναφορικά με τη σχέσι μεταξύ του Θεού και των λατρευτών του, ζητούμε τώρα περισσότερη Γραφική πληροφορία. Πρώτ’ απ’ όλα ας ιδούμε μερικές από τις άλλες ιδιότητες με τις οποίες ο Ιεχωβά ο αληθινός Θεός μέσω του λόγου του αποκαλύπτει τον εαυτό του στον άνθρωπο.
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
10. Τι συμβάλλει στην αποκάλυψη του Ιεχωβά με την ιδιότητα του Ποιητού;
10 Ο Ιεχωβά έχει αποκαλυφθή ως ο μέγας Ποιητής. Προς κάθε κατεύθυνσι υπάρχει μαρτυρία στην άψυχη κτίσι του, μια απλή δε δήλωσις της Γραφής είναι, «Εποίησε Ιεχωβά ο Θεός γην και ουρανόν.» (Γένεσις 2:4, ΑΣ) Όλοι οι άνθρωποι είναι ενήμεροι της υπάρξεως της θαυμαστής γης και των ουρανών, αλλά πάρα πολλοί δεν βλέπουν πέρα από τη δημιουργία τον Δημιουργό. Σε αντίθεσι με τούτο είναι η συνετή στάσις που εκφράζεται στον Ψαλμό: «Ω Ιεχωβά, ο Κύριος ημών, πόσον είναι θαυμαστόν το όνομά σου εν πάση τη γη! Όταν θεωρώ τους ουρανούς σου, το έργον των δακτύλων σου, την σελήνην και τους αστέρας, τα οποία συ εθεμελίωσας, τι είναι ο άνθρωπος;» (Ψαλμός 8:1, 3, 4, ΑΣ) Η άψυχη κτίσις του Θεού ποτέ δεν μεταβάλει τον αίνο της για τον Ποιητή της, και καθώς οι άνθρωποι αποκτούν περισσότερη πληροφορία σχετικά με το μέρος αυτό της δημιουργίας του Ιεχωβά, βρίσκουν ότι κάθε αποδεδειγμένο γεγονός κάθε επιστήμης επαληθεύει και υποστηρίζει την Γραφική αλήθεια της δημιουργικής ιδιότητος του Ιεχωβά.
11. Μεταξύ ποιας κτίσεως ηγέρθη το ζήτημα της Θειότητος και Δημιουργικής ιδιότητος του Ιεχωβά;
11 Στην έμψυχη δημιουργία του Ιεχωβά, ο άνθρωπος και όλα τα ζώα μέσω της ίδιας της υπάρξεώς των μαρτυρούν τον Ποιητήν των. Η Γένεσις 2:7 (ΑΣ) λέγει: «Και έπλασεν Ιεχωβά ο Θεός τον άνθρωπον»· και έτσι έκαμε. Μεταξύ ακριβώς της νοήμονος κτίσεως, που περιλαμβάνει και την ανθρώπινη κτίσι, ηγέρθη το ζήτημα της υπεροχής του Ιεχωβά. Το επίμαχο αυτό ζήτημα δεν βρίσκεται μεταξύ των κατωτέρων ζώων, και όχι ασφαλώς στην άψυχη κτίσι της γης και των ουρανών, αλλά βρίσκεται μεταξύ του ανθρωπίνου γένους, διότι δεν αινούν όλοι τον μέγαν Ευεργέτην των. Οι άνθρωποι ενεργούν, όχι αυτομάτως σύμφωνα με καθορισμένες κατευθύνσεις, όπως ενεργεί η άψυχη κτίσις, ούτε μέσω ενστίκτου, όπως ενεργούν τα κατώτερα ζώα. Ο άνθρωπος είναι ανώτερος, όπως δείχνει η προφητεία αυτή που αφορά τον Ιησούν, ο οποίος έγινε άνθρωπος: «Κατέστησας αυτόν κύριον επί τα έργα των χειρών σου· πάντα υπέταξας υποκάτω των ποδών αυτού· πάντα τα πρόβατα και τους βόας, έτι δε και τα ζώα του αγρού· τα πετεινά του ουρανού, και τους ιχθύας της θαλάσσης, πάντα τα διαπορευόμενα τας οδούς των θαλασσών. Ω Ιεχωβά, ο Κύριος ημών, πόσον είναι θαυμαστόν το όνομά σου εν πάση τη γη!»—Ψαλμός 8:6-9, ΑΣ· Εβραίους 2:6-9.
12. (α) Ποια θαυμαστή εκλογή μπορούμε να κάμωμε; (β) Τι απαιτεί από μας η αγάπη του Ιεχωβά;
12 Κάθε άτομο έχει την ευκαιρία να κάμη εκλογή για τον εαυτό του υπέρ ή εναντίον του Ιεχωβά Θεού, και πρέπει πάντοτε να έχη υπ’ όψιν ότι η αγάπη του Ιεχωβά απαιτεί από το πλάσμα αγάπη της δικαιοσύνης, διότι ο Ιεχωβά είναι τελείως δίκαιος. Πράγματι, ο Ιεχωβά αποκηρύσσει την αξιούμενη υποστήριξι όλων όσοι αγαπούν την αδικία. Η Παροιμία του (8:13, ΑΣ) λέγει: «Ο φόβος του Ιεχωβά είναι να μισή τις το κακόν· αλαζονείαν, και αυθάδειαν, και πονηράν οδόν, και διεστραμμένον στόμα, εγώ μισώ.» Ως άνθρωποι, αντιμετωπίζομε ο καθένας το επίμαχο ζήτημα με βάσι την επιθυμία της καρδιάς μας. «Πειράζεται δε έκαστος, υπό της ιδίας αυτού επιθυμίας παρασυρόμενος και δελεαζόμενος. Έπειτα η επιθυμία αφού συλλάβη, γεννά την αμαρτίαν· η δε αμαρτία εκτελεσθείσα γεννά τον θάνατον. Δια τούτο απορρίψαντες πάσαν ρυπαρίαν και περισσείαν κακίας, δέχθητε μετά πραότητος τον εμφυτευθέντα λόγον, τον δυνάμενον να σώση τας ψυχάς σας. Γίνεσθε δε εκτελεσταί του λόγου, και μη μόνον ακροαταί, απατώντες εαυτούς.» (Ιάκωβος 1:14, 15, 21, 22) Υπηρετήσατε τον Ποιητήν!
ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ
13. (α) Επιπρόσθετα, τι διαμορφώνει ο Ιεχωβά; (β) Τι είναι οργάνωσις;
13 Όχι μόνο παρήγαγε άψυχη κτίσι, φυτά και ζωντανά πλάσματα, αλλά, εκτός από όλα αυτά, ο μέγας Ποιητής διαμορφώνει οργανώσεις. Οργάνωσις είναι μια συστηματική διευθέτησις πλασμάτων για την εκπλήρωσι ενός σκοπού κοινού σε όλα τα άτομα που περιλαμβάνονται σ’ αυτήν. Αυτή πραγματοποιεί ένα συνδυασμό προσπαθείας για την εκτέλεσι ενός έργου. Γνωρίζομε οργανώσεις πολλών ειδών με πολλούς σκοπούς. Οι οικογένειες είναι οργανώσεις. Ομοίως είναι οι εκκλησίες, τα καταλύματα, οι σύλλογοι, οι εμπορικοί οίκοι, οι κυβερνήσεις, οι στρατοί· και μας είναι γνωστές οι οργανώσεις αυτές. Όταν μερικά άτομα μ’ ένα αντικειμενικό σκοπό ενώνωνται για την εκτέλεσι του σκοπού αυτού, προκύπτει κάποιου είδους οργάνωσις. Αυτή αύτη η ύπαρξις νοημόνων πλασμάτων σε μεγάλους αριθμούς προϋποθέτει την ύπαρξι οργανώσεων.
14. Από ποιες απόψεις μια οργάνωσις είναι μια χωριστή μονάς;
14 Μια οργάνωσις είναι από πολλές απόψεις, αυτή καθ’ εαυτήν, μια μονάς, όπως εξηγείται από το γεγονός ότι ένα σωματείον είναι ένα «πρόσωπον». Το Νέον Διεθνές Λεξικόν Ουέμπστερ, Δευτέρα Έκδοσις, τονίζει ότι, υπό τον Αγγλικόν και Αμερικανικόν κοινόν και συνταγματικόν νόμον, ένα σωματείον είναι «ένα σώμα πολιτικόν ή ιδιωτικόν σχηματισμένο ή εξουσιοδοτημένο δια νόμου για να ενεργή ως ένα χωριστό πρόσωπο». Υπάρχουν πολλά άτομα σ’ αυτό, αλλά είναι ένα σώμα. Ένα σωματείο συχνά αναφέρεται στον ενικό ως «αυτό». Το υποκινούν πνεύμα του σχηματισμού του μπορεί να ονομασθή ο δημιουργός του. Η κυβερνητική εξουσία που το συνιστά είναι επίσης ο δημιουργός του. Μπορεί να τεθή το ερώτημα, Είναι άρα γε ποτέ μια τέτοια οργάνωσις που σχηματίζεται από ανθρώπους ένας «πατέρας», ή είναι ποτέ μια «μητέρα»; Ναι, η έκφρασις «ιδρυτικό σωματείο» (parent corporation) είναι αρκετά κοινή, και η σημασία της είναι γενικώς γνωστή· ένα τέτοιο «ιδρυτικό σωματείο» προκαλεί τον σχηματισμό σχετικών σωματειακών «προσώπων». Είμεθα οικείοι με μια τέτοια έκφρασι όπως «η γέννησις ενός έθνους»· και μ’ αυτή τη φρασεολογία αναφερόμεθα σ’ έναν όμιλο ατόμων που με το ένα ή το άλλο μέσον προκαλούν τον σχηματισμό μιας οργανώσεως που λέγεται ότι «εγεννήθη», όπως μιας νέας κυβερνήσεως ή έθνους.
15. Τι είναι ουσιώδες σε μια οργάνωσι;
15 Σχετικά με μια οργάνωσι, η συνένωσις των ατόμων που περιλαμβάνονται, είναι ένας από τους κυρίους παράγοντας. Αφαιρέσατε τα άτομα και δεν υπάρχει οργάνωσις. Συνενώσατε άτομα με μια κοινή υπόθεσι ή ένα κοινό υποκινούν πνεύμα, και θα προκύψη μια οργάνωσις.
16, 17. Αναφέρατε τα γεγονότα σχετικά με την ουράνια, παγκόσμια οργάνωσι του Ιεχωβά.
16 Στις οργανώσεις που συγκροτεί ο Θεός υπάρχουν δίκαια ουράνια πλάσματα. Και στην απλή και στη συμβολική Βιβλική γλώσσα, δείχνονται να κινούνται με τάξι, να επαινούν τον Ιεχωβά το ένα στο άλλο, να εκτελούν υπηρεσία σχετική με τη μετάδοσι της αληθείας, να μάχωνται για νίκη εναντίον πονηρών, ωργανωμένων από τον Διάβολο πνευματικών δυνάμεων, να αρνούνται να δεχθούν λατρεία από τους ανθρώπους για τον εαυτό τους, και να διακονούν τους Χριστιανούς. Είχαν σχέσι με την καθοδηγία του έθνους Ισραήλ έξω από τη γη της Αιγύπτου, και η Βίβλος δείχνει ότι και άλλη ωργανωμένη δράσις είναι η μερίς των. (Έξοδος 14:19· Ησαΐας, κεφάλαιον 6· Εβραίους 2:14· Αποκάλυψις, κεφάλαια 8, 9, 16.) Η καθεμιά από τις δράσεις αυτές σημαίνει ότι υπάρχει μια οργάνωσις, μέσα στην οποία και με την οποία οι πιστοί ουράνιοι υιοί του Θεού υπηρετούν προς αίνον Του.
17 Συνεπώς βλέπομε ότι ο Ιεχωβά συνεκρότησε μια μεγάλη παγκόσμια οργάνωσι. Δίδει σ’ εκείνους που είναι μέσα σ’ αυτήν, έργο για εκτέλεσι, και τα πλάσματά του, που είναι δούλοι του, είναι αφιερωμένα και αφωσιωμένα σ’ αυτόν και έτσι εκτελούν την υπηρεσία του. Είναι μια οργάνωσις που ανήγειρε ο Θεός, και είναι εντελώς σπουδαίο για τα πλάσματα που ανήκουν σ’ αυτήν, να είναι ενωμένα μαζί της, να μετέχουν στη δράσι της και να είναι αφωσιωμένα στον Δημιουργό της.
18. Πώς εσχηματίσθη η πρώτη Χριστιανική οργάνωσις;
18 Επάνω στη γη βρίσκομε ότι από τους άνδρες και τις γυναίκες που λατρεύουν τον Ιεχωβά Θεό, συνεκρότησεν αυτός οργανώσεις, μία από τις οποίες είναι η Χριστιανική εκκλησία. Θεοσεβείς άνθρωποι ειλκύσθησαν μαζί μέσω της διδασκαλίας του Ιησού, και ωργανώθησαν. Πολύ ενωρίς στη ζωή της Χριστιανικής εκκλησίας, οι απόστολοι αποτελούσαν μια οργάνωσι κηρύγματος. Εις Μάρκον 3:14, 15 (Κριτικόν Κείμενον, Περιθώριον) η αφήγησις λέγει: «Και εποίησεν [ο Ιησούς] δώδεκα, ους και αποστόλους ωνόμασεν, ίνα ώσιν μετ’ αυτού, και ίνα αποστέλλη αυτούς κηρύσσειν και έχειν εξουσίαν εκβάλλειν τα δαιμόνια.» Ολόκληρη η εκκλησία των ακολούθων του Ιησού Χριστού συνεκροτήθη απ’ αυτόν ως διακονική οργάνωσις και έλαβε τέτοια εντολή, όπως δείχνουν τα λόγια του: «Πορευθέντες λοιπόν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς να φυλάττωσι πάντα όσα παρήγγειλα εις εσάς.» Ότι αυτή η εντολή δεν περιορίζεται σ’ εκείνους προς τους οποίους ο Ιησούς ωμίλησε απ’ ευθείας εκείνο τον καιρό, αλλά συνεχίζεται σε όλη τη ζωή της Χριστιανικής εκκλησίας, ακόμη και ως την εποχή μας, το δείχνουν τα τελικά του λόγια: «Και ιδού, εγώ είμαι μεθ’ υμών πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος.»—Ματθαίος 28:19, 20.
19. (α) Πώς γνωρίζομε ότι η Χριστιανική εκκλησία δεν είναι ανθρωποποίητη οργάνωσις; (β) Πώς προσετέθησαν μέλη σ’ αυτήν;
19 Στα μέλη της Χριστιανικής οργανώσεως ή εκκλησίας που λειτουργούσε στον καιρό της αναλήψεως του Ιησού στον ουρανό, προσετέθησαν μέλη αμέσως μετά την έκχυσι του αγίου πνεύματος κατά την Πεντηκοστή. «Εκείνοι λοιπόν μετά χαράς δεχθέντες τον λόγον αυτού, εβαπτίσθησαν· και προσετέθησαν εν εκείνη τη ημέρα έως τρεις χιλιάδες ψυχαί.» Προσετέθησαν σε τι; Προσετέθησαν στον αριθμό των αφιερωμένων λάτρεων του αληθινού Θεού και προσετέθησαν στην οργάνωσι ή εκκλησία των Χριστιανών. «Και ενέμενον εν τη διδαχή των αποστόλων, και εν τη κοινωνία, και εν τη κλάσει του άρτου και εν ταις προσευχαίς.» (Πράξεις 2:41, 42) Αργότερα στη διάρκεια της ζωής της πρώτης Χριστιανικής εκκλησίας, ο απόστολος Παύλος έγραψε στην τοπική εκκλησία της Κορίνθου: «Είναι δε διαιρέσεις χαρισμάτων, το Πνεύμα όμως το αυτό· είναι και διαιρέσεις διακονιών, ο Κύριος όμως ο αυτός· είναι και διαιρέσεις ενεργημάτων, ο Θεός όμως είναι ο αυτός, ο ενεργών τα πάντα εν πάσι.» (1 Κορινθίους 12:4-6) Εδώ δείχνεται πάλι η αλήθεια ότι ο Θεός είναι εκείνος που οργανώνει τη Χριστιανική εκκλησία μέσω του Κυρίου Ιησού Χριστού και μέσω της ενεργείας του πνεύματός του, και επομένως η Χριστιανική «εκκλησία» δεν είναι μια ανθρωποποίητη οργάνωσις. «Αλλά τώρα ο Θεός έθεσε τα μέλη έν έκαστον αυτών εις το σώμα, καθώς ηθέλησεν.» «Και είτε πάσχει έν μέλος, πάντα τα μέλη συμπάσχουσιν· είτε τιμάται έν μέλος, πάντα τα μέλη συγχαίρουσι. Και σεις είσθε σώμα Χριστού, και μέλη κατά μέρος. Και άλλους μεν έθεσεν ο Θεός εν τη εκκλησία . . .»—1 Κορινθίους 12:18, 26-28.
20. (α) Ορίσατε και περιγράψατε τη Χριστιανική εκκλησία. (β) Πώς ανεγείρεται σήμερα;
20 Η Χριστιανική εκκλησία είναι ολόκληρο το Χριστιανικό σώμα, ή σώμα του Χριστού, ωργανωμένο από τον Ιεχωβά Θεό μέσω του Ιησού Χριστού, μέσω της διακονίας τού λόγου της αληθείας που ελκύει ανθρώπους στον Θεό μέσω του Χριστού, και μέσω της ενεργείας της δυνάμεως του Θεού ή αγίου πνεύματος. Η μεγάλη αυτή Χριστιανική εκκλησία άρχισε με τον Ιησούν, τον ιδρυτήν και κεφαλήν της, και εκτείνεται έως τον σημερινό καιρό, εκπροσωπούμενη με τα μέλη που απομένουν επάνω στη γη. Σ’ αυτήν υπήρξαν μικρότερες εκκλησίες Χριστιανών στα διάφορα μέρη όπου βρίσκονται σε όλη τη γη. Έτσι υπάρχουν ομάδες ή οργανώσεις ή εκκλησίες μέσα στη μεγαλύτερη Χριστιανική οργάνωσι ή εκκλησία. Αυτό αναγνωρίζεται με τα λόγια του αποστόλου Παύλου προς τους Φιλιππησίους, όπου αναφέρει: «Παύλος και Τιμόθεος, δούλοι του Ιησού Χριστού, προς πάντας τους αγίους εν Χριστώ Ιησού, τους όντας εν Φιλίπποις, μετά των επισκόπων και διακόνων.» (Φιλιππησίους 1:1) Ανεγείρεται άρα γε η οργάνωσις αυτή μέσω της καταγραφής ανδρών και γυναικών γενικά σε κάποιο κατάλογο μελών μιας ανθρωποποίητης οργανώσεως; Όχι· αλλ’ ανεγείρεται με τη συνένωσι ατόμων προσωπικώς αφιερωμένων στον Θεό, που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του λόγου του και αναγνωρίζουν το έργον που εδόθη στους Χριστιανούς να εκτελέσουν από τον Δημιουργόν της οργανώσεως, και στο οποίον έργον ενώνονται πιστά σε συνεργασία ο ένας με τον άλλον και προς αίνον του ονόματος του Ιεχωβά.
21. Από ποιες απόψεις η Χριστιανική οργάνωσις είναι ένα «πρόσωπο»;
21 Σ’ αυτήν ακριβώς τη Χριστιανική εκκλησία αναφέρεται ο Παύλος όταν μιλή γι’ αυτήν ως γυναίκα, λέγοντας: «Διότι είμαι ζηλότυπος προς εσάς κατά ζηλοτυπίαν Θεού· επειδή σας ηρραβώνισα με ένα άνδρα, δια να σας παραστήσω παρθένον αγνήν εις τον Χριστόν.» (2 Κορινθίους 11:2) Η έκφρασις αυτή δείχνει μια οργάνωσι ως ένα «πρόσωπο». Η Χριστιανική εκκλησία παριστάνεται έτσι ως μια παρθένος, μια αγνή γυναίκα. Επίσης, αυτή είναι ένα τέκνον ή γόνος τής μεγάλης παγκοσμίου οργανώσεως του Ιεχωβά Θεού, από την οποία προέρχεται και υπό την οποία τελεί.
22, 23. Αναφερόμενοι στο έθνος Ισραήλ, εξηγήστε (1) πώς ο Ιεχωβά σχηματίζει μια οργάνωσι και την χρησιμοποιεί για τη λατρεία του· (2) τη σχέσι της με την παγκόσμια οργάνωσι του Θεού.
22 Πριν από τον καιρό του σχηματισμού της Χριστιανικής εκκλησίας, το έθνος Ισραήλ το ίδιο ήταν μια Θεοποίητη οργάνωσις· πράγματι αναφέρεται ως «εκκλησία». (Πράξεις 7:38) Πριν από τον σχηματισμό της ο Ιεχωβά εδήλωσε τον σκοπό του στον δούλο του Αβραάμ σε ό,τι αναφέρεται ως η διαθήκη με τον Αβραάμ, που εκτίθεται αρχικά στα πρώτα εννέα εδάφια του δωδεκάτου κεφαλαίου της Γενέσεως. Η διαθήκη αυτή επανεβεβαιώθη στον Αβραάμ τον ίδιο, στον γυιό του Ισαάκ, και στον εγγονό του Ιακώβ. (Γένεσις 18:18· 22:18· 26:4· 28:13, 14) Το όνομα του Ιακώβ μετηλλάγη σε Ισραήλ, και οι υιοί Ισραήλ και τα τέκνα των απετέλεσαν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. (Γένεσις, κεφάλαιο 49) Ο Ιεχωβά Θεός τελικά έφερε τις φυλές του Ισραήλ έξω από τη γη της Αιγύπτου και έκαμε μια εθνική διαθήκη μαζί τους. Ανεχώρησαν από την Αίγυπτο μ’ ένα ωργανωμένο τρόπο, ως ένα στράτευμα. «Αλλ’ ο Θεός περιέφερε τον λαόν δια της οδού της ερήμου προς την Ερυθράν θάλασσαν· και ανέβησαν οι υιοί Ισραήλ εκ της γης Αιγύπτου παρατεταγμένοι.» (Έξοδος 13:18) Ένα βήμα που έγινε αργότερα στην οργάνωσι του λαού Ισραήλ δείχνεται στο δέκατο όγδοο κεφάλαιο της Εξόδου: «Πλην έκλεξον εκ παντός του λαού άνδρας αξίους, φοβουμένους τον Θεόν, άνδρας φιλαλήθεις, μισούντας την φιλαργυρίαν· και κατάστησον αυτούς επ’ αυτών, χιλιάρχους, εκατοντάρχους, πεντηκοντάρχους, και δεκάρχους· και ας κρίνωσι τον λαόν πάντοτε.» (Εδάφια 21, 26) Ακολούθως, στο όρος Σινά, μέσω του Μωυσέως, ο Ιεχωβά Θεός έδωκε στον Ισραήλ τον νόμο του, εγκαινιάζοντας τότε τη διαθήκη· και η συγκινητική αφήγησις τούτου εκτίθεται στο δέκατο ένατο και στο εικοστό κεφάλαιο του βιβλίου της Εξόδου.
23 Βλέπομε, λοιπόν, ότι από τον λαόν Ισραήλ ο Ιεχωβά Θεός συνεκρότησε μια εθνική οργάνωσι που περιελάμβανε επίσης μη Ισραηλίτες οι οποίοι ενώθηκαν στη λατρεία του Ιεχωβά και ανταπεκρίνοντο στις απαιτήσεις του. Το θεοκρατικό αυτό έθνος του βασιλείου του Ισραήλ ήταν ένας δούλος του Θεού, επειδή ωργανώθηκε και φέρθηκε σε ύπαρξι από τον Ιεχωβά μέσω των δικαίων πλασμάτων του που αποτελούν την παγκόσμια οργάνωσί του. Άγγελοι είχαν να κάμουν με την οργάνωσι του Ισραήλ. (Γαλάτας 3:19) Ο Ιεχωβά Θεός έδωκε τον λόγον του σ’ αυτό το έθνος, έθεσε το πνεύμα του επάνω στους δούλους του εκεί, και η ίδια η οργάνωσις λειτουργούσε προς όφελος των ατόμων που αποτελούσαν το έθνος. Το αποτέλεσμα ήταν για το καλό όλων και για τον αίνο του ονόματος του Ιεχωβά. Τα μέλη, τα άτομα του έθνους Ισραήλ, ήσαν τέκνα της οργανώσεως του Ισραήλ.—Αμώς 3:1.
24. Ποια σημεία εθίγησαν, και ποιο είναι εκείνο που θα εξετάσωμε πιο κάτω;
24 Σε κάποιο βαθμό τα προηγούμενα δείχνουν την υπεροχή του Ιεχωβά, τις φιλάγαθες προμήθειές του ως Δημιουργού, και εισάγουν το ζήτημα της σχέσεώς του προς τα πλάσματά του καθώς υπάρχουν στις οργανώσεις που εσχημάτισε. Θα εξετάσωμε μερικές πρόσθετες πληροφορίες που παρέχονται στον λόγον του σχετικά με το τελευταίο αυτό σημείο; Ιδέτε αυτό που ακολουθεί.