Διατήρησις Πίστεως Μαζί με τον Σύζυγό Μου
Αφήγησις υπό Έλζα Αμπτ
ΕΝΩ ο Χάραλντ βρισκόταν στο Ζακσενχάουζεν, του έδιναν κάπου-κάπου την άδεια να γράφη μια επιστολή πέντε μόνο γραμμών. Πάνω στο γράμμα υπήρχε η σφραγίδα: Επειδή εξακολουθεί να είναι πείσμων Σπουδαστής της Βίβλου, του έχει αφαιρεθή το προνόμιο της διεξαγωγής φυσιολογικής αλληλογραφίας. Αυτή η σφραγίδα αποτελούσε πάντοτε ενθάρρυνσι για μένα, διότι έδειχνε ότι ο σύζυγός μου παρέμεινε στερεός στην πίστι.
Μια μέρα, το Μάιο του 1942, επέστρεψα από την εργασία μου και βρήκα την Γκεστάπο να με περιμένη. Έψαξαν το σπίτι, και κατόπιν με διέταξαν να πάρω το παλτό μου και να τους ακολουθήσω. Η μικρή μου κόρη, η Γιούττα πλησίασε έναν Γκεσταπίτη, που ήταν πάρα πολύ ψηλός. Τραβώντας το παντελόνι του, είπε: «Σας παρακαλώ, αφήστε τη μαμά μου εδώ!» Επειδή εκείνος δεν αντέδρασε, η Γιούττα πήγε από το άλλο του πόδι και παρακάλεσε: «Σας παρακαλώ, αφήστε τη μαμά μου εδώ!» Αυτό τον έφερε σε αμηχανία και είπε αυστηρά: «Πάρτε αυτό το παιδί από δω! Πάρτε και το κρεββάτι της και τα ρούχα της!» Την έδωσαν σε μια άλλη οικογένεια μέσα στο κτίριο, η πόρτα σφραγίσθηκε κι εγώ μεταφέρθηκα στα κεντρικά γραφεία της Γκεστάπο.
Εκεί είδα πολλούς άλλους Μάρτυρες που είχαν συλληφθή εκείνη την ημέρα. Μας είχε προδώσει ένα άτομο που είχε προσποιηθή τον Μάρτυρα και που είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη μας. Όταν η Γκεστάπο μάς ανέκρινε ζητώντας να μάθη λεπτομέρειες για το πολυγραφικό μας μηχάνημα και για την ταυτότητα εκείνου που είχε αναλάβει την ηγεσία στο έργο κηρύγματος κάτω από την επιφάνεια, προσποιήθηκα ότι δεν ξέρω τίποτα. Κατόπιν μας έρριξαν στη φυλακή.
Η ακλόνητη πίστις μας απογοήτευσε τη Γκεστάπο. Μια φορά, στη διάρκεια μιας ανακρίσεως, ένας αξιωματικός με πλησίασε με σφιγμένες τις γροθιές του. «Τι να κάνωμε με σας;» αναφώνησε. «Αν σας συλλάβωμε, δεν σας νοιάζει. Αν σας στείλωμε στη φυλακή, δεν πτοείστε καθόλου. Αν σας στείλωμε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, δεν ανησυχείτε. Όταν σας καταδικάσωμε σε θάνατο, παραμένετε ατάραχοι. Τι να κάνωμε με σας;»
Μετά από έξη μήνες στη φυλακή, μ’ έστειλαν, μαζί με άλλες 11 Χριστιανές αδελφές, στο Άουσβιτς, το πιο απαίσιο στρατόπεδο εξοντώσεως.
ΗΜΑΣΤΑΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΜΑΣ ΣΕΒΟΝΤΑΝ
Πρώτα-πρώτα, μας μετέφεραν στο Μπίρκεναου, ένα από τα υποστρατόπεδα του Άουσβιτς. Όταν ένας αξιωματικός των Ες-Ες διαπίστωσε ότι βρισκόμασταν εκεί επειδή ήμαστε Σπουδαστές των Γραφών, είπε: «Αν ήμουν στη θέσι σας, θα υπέγραφα το χαρτί και θα πήγαινα σπίτι μου.»
«Αν ήθελα να το υπογράψω, θα το είχα κάνει ήδη,» απάντησα.
«Θα πεθάνης, όμως, εδώ,» προειδοποίησε. Του είπα: «Είμαι, προετοιμασμένη γι’ αυτό.»
Αργότερα μας πήραν φωτογραφίες και χρειάσθηκε να συμπληρώσωμε έντυπα και ερωτηματολόγια. Ενώ βρισκόμουν στην ουρά περιμένοντας να περάσω από το ιατρικό κέντρο, δυο γιατροί, που ήσαν κι αυτοί φυλακισμένοι, παρατηρούσαν τις αφίξεις. Ένας γιατρός βρισκόταν στο στρατόπεδο πολύ περισσότερο καιρό από τον άλλο. Άκουσα τον μεγαλύτερο γιατρό να λέη στον νεώτερο: «Μπορείς πάντοτε ν’ αναγνώρισης τους Σπουδαστές των Γραφών.»
«Ναι;» απάντησε ο νεώτερος γιατρός, λιγάκι δύσπιστα. «Δείξε μου, λοιπόν, σ’ αυτή την ομάδα, ποιος είναι Σπουδαστής των Γραφών.» Εκείνη ακριβώς τη στιγμή εγώ περνούσα από μπροστά τους στην ουρά, και δεν μπορούσαν να δουν το μενεξεδί τρίγωνο που βρισκόταν στο μανίκι μου. Ωστόσο ο μεγαλύτερος γιατρός, δείχνοντας με, είπε: «Αυτή είναι μια από τους Σπουδαστές των Γραφών.» Ο νεώτερος ήλθε από την άλλη πλευρά, κοίταξε το τρίγωνο στο μανίκι μου και αναφώνησε: «Έχεις δίκιο! Πώς το κατάλαβες;»
«Να, αυτοί οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί,» είπε. «Μπορείς αμέσως να τους ξεχωρίσης.»
Αυτό ήταν αλήθεια. Ήμασταν διαφορετικοί. Περπατούσαμε στητά, όχι με το κεφάλι σκυφτό, καταθλιμμένοι. Το βλέμμα μας ήταν πάντοτε ευθές· κοιτάζαμε το άλλο άτομο θαρρετά και ελεύθερα. Βρισκόμασταν εκεί σαν μάρτυρες για το όνομα του Ιεχωβά. Γι αυτό και είχαμε διαφορετική εμφάνισι, και οι άλλοι το αναγνώριζαν αυτό.
Εμείς, οι 12 αδελφές, μείναμε στο Μπίρκεναου μόνο λίγες μέρες. Κατόπιν μας μετέφεραν στο Άουσβιτς για να εργασθούμε στα σπίτια των αξιωματικών των Ες-Ες. Ήθελαν μόνο Μάρτυρες του Ιεχωβά γι’ αυτή την εργασία· φοβούντο ν’ αναθέσουν σε άλλους να εργασθούν στα σπίτια τους. Ήξεραν ότι εμείς δεν θα προσπαθούσαμε να τους δηλητηριάσωμε· ήμασταν έντιμοι και δεν θα κλέβαμε ούτε θα προσπαθούσαμε να δραπετεύσωμε.
ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ
Για λίγο καιρό, ζούσαμε όλες μέσα στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως, μαζί με άλλους φυλακισμένους, στο υπόγειο ενός μεγάλου σπιτιού από τούβλα. Ήλθε ο καιρός για να μας αναθέσουν τους διορισμούς εργασίας μας. «Ποιος θέλει να πάη πού;» μας ρώτησαν. Αλλά εμείς δεν μιλήσαμε, «Είσαστε πολύ υπερήφανες,» είπε η επιστάτρια.
«Όχι, δεν είμαστε υπερήφανες,» απάντησε η φίλη μου, «αλλά όπου μας βάλετε, εκεί θα εργασθούμε.» Και αυτή την τακτική ακολουθούσαμε πάντοτε. Δεν θέλαμε να διαλέγωμε εμείς τον τόπο της εργασίας μας, διότι προσευχόμασταν στον Ιεχωβά για την καθοδηγία του. Αν μας τοποθετούσαν σ’ ένα μέρος που θα αποδεικνυόταν δύσκολο, θα μπορούσαμε τότε να στραφούμε στον Ιεχωβά και να ζητήσωμε απ’ αυτόν: «Ιεχωβά, σε παρακαλούμε, βοήθησέ μας τώρα.»
Ο δικός μου διορισμός ήταν να εργασθώ σε κάποιον αξιωματικό των Ες-Ες που ζούσε έξω από το στρατόπεδο. Η εργασία μου ήταν να καθαρίζω το σπίτι του, να βοηθώ τη σύζυγό του στο μαγείρεμα, να φροντίζω για το παιδί τους και να κάνω τα ψώνια στην πόλι—μόνο τους Μάρτυρες του Ιεχωβά εμπιστεύονταν να φύγουν από το στρατόπεδο χωρίς φρουρούς. Ασφαλώς, φορούσαμε πάντοτε τη ριγωτή στολή της φυλακής. Μετά από λίγο, μας επέτρεψαν να ζούμε εκεί όπου εργαζόμαστε, αντί να επιστρέφωμε στο στρατόπεδο τη νύχτα. Κοιμόμουν στο υπόγειο του σπιτιού του αξιωματικού των Ες-Ες.
Αλλά δεν μας θεωρούσαν στην πραγματικότητα σαν άτομα. Παραδείγματος χάρι, όταν ο αξιωματικός των Ες-Ες με καλούσε στο γραφείο του, έπρεπε να σταθώ στην πόρτα και να πω: «Η Κρατούμενη Αριθμός 24.402 ζήτα την άδεια να εισέλθη.» Και αφού μου έδινε τις οδηγίες του, έπρεπε να πω: «Η Κρατούμενη Αριθμός 24.402 ζήτα την άδεια να φύγη.» Τα ονόματά μας δεν χρησιμοποιούντο ποτέ.
Όπως και στα άλλα στρατόπεδα, πνευματική τροφή με τη μορφή της Σκοπιάς και άλλων εντύπων έμπαιναν τακτικά στο Άουσβιτς. Έπαιρνα ακόμη και επιστολές από τον Χάραλντ. Να πώς άρχισε η τακτική επικοινωνία μας με τους Μάρτυρες απ’ έξω:
Σε μερικές από την ομάδα μας, στις οποίες περιλαμβανόταν και η φίλη μου Γερτρούδη Οττ, είχαν αναθέσει να εργάζωνται σ’ ένα ξενοδοχείο όπου έμεναν οι οικογένειες των Ες-Ες. Μια μέρα, η Γερτρούδη έπλενε τα παράθυρα όταν πέρασαν δυο γυναίκες και, χωρίς να κοιτάξη προς τα πάνω, η μία είπε, «Είμαστε κι εμείς Μάρτυρες του Ιεχωβά.» Αργότερα, όταν επέστρεψαν, η Γερτρούδη τους είπε: «Πηγαίνετε στο μπάνιο.» Εκεί, συναντήθηκαν και συζήτησαν και από τότε και στο εξής διευθέτησαν κι άλλες τέτοιες συναντήσεις για να διοχετεύωνται κρυφά πολύτιμα Γραφικά έντυπα και να υπάρχη επικοινωνία.
Ήμασταν ευγνώμονες στον Ιεχωβά για την καθοδηγία και την προστασία του στη διάρκεια εκείνων των ετών στο Άουσβιτς, ιδιαίτερα επειδή γνωρίζαμε ότι συνέβαιναν τα πιο τρομερά πράγματα που μπορούσε να φαντασθή κανείς. Ολόκληρα φορτία από Ιουδαίους κατέφθαναν και εστέλλοντο αμέσως στους θαλάμους αερίων! Κάποτε, περιποιήθηκα μια επιστάτρια στο στρατόπεδο, που είχε εργασθή στους θαλάμους αερίων, και μου διηγήθηκε τι συνέβαινε εκεί.
«Οι άνθρωποι συγκεντρώνονται μέσα σ’ ένα δωμάτιο,» μου εξήγησε, «και πάνω στην πόρτα που οδηγεί στο επόμενο δωμάτιο υπάρχει ένα σήμα, που λέει: ‘Προς το Μπάνιο.’ Τους λένε να βγάλουν τα ρούχα τους. Τελείως γυμνοί, μπαίνουν μέσα στο ‘μπάνιο.’ Η πόρτα κλειδώνεται πίσω τους. Αλλά από τις εγκαταστάσεις των ντους αντί να βγαίνη νερό, βγαίνει αέριο.» Αυτά που είχε δει εκεί την είχαν επηρεάσει συναισθηματικά, μέχρι του σημείου να αρρωστήση σωματικά.
ΣΕ ΑΛΛΑ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΙΣ
Από τον Ιανουάριο του 1945, οι Γερμανοί άρχισαν να υφίστανται τη μια ήττα κατόπιν της άλλης στο ανατολικό μέτωπο. Σε μια προσπάθεια να εκκενώσουν τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, μετέφεραν πολλούς από μας από το ένα στρατόπεδο στο άλλο. Αφού βαδίζαμε δυο ολόκληρα ημερόνυχτα προς το στρατόπεδο Γκρος-Ρόζεν, αρκετές αδελφές είχαν εξαντληθή τόσο πολύ ώστε δεν μπορούσαν να συνεχίσουν. Αλλά τι ανακούφισις ήταν όταν την τρίτη νύχτα μάς επέτρεψαν τελικά να ξαπλώσωμε σε μια υπερπλήρη σιταποθήκη! Η μόνη τροφή που είχαμε φάει σ’ ολόκληρο το ταξίδι ήταν λίγο ψωμί που μπορέσαμε να πάρωμε μαζί μας. Καμμιά από μας δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να επιζήση αν η πορεία συνεχιζόταν μια ακόμη μέρα. Αλλά τότε συνέβη κάτι τόσο ασυνήθιστο που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Καθώς ξεκινήσαμε την άλλη μέρα, ένας γιατρός των Ες-Ες για τον οποίο είχα εργασθή κάποτε, μας είδε και άρχισε να φωνάζη: «Οι Σπουδαστές των Γραφών έξω! Οι Σπουδαστές των Γραφών έξω!» Κατόπιν μου είπε: «Βεβαιώσου ότι είσαστε όλες εδώ.» Έτσι, και οι 40 αδελφές μεταφερθήκαμε σ’ ένα σταθμό και έγιναν διευθετήσεις να μας μεταφέρουν με το τραίνο. Μας φαινόταν ότι είχε συμβή κάτι σαν θαύμα.
Τα τραίνα ήσαν υπερπλήρη και τρεις από μας δεν μπορέσαμε να κατεβούμε στη στάσι, και κατευθυνθήκαμε προς το Μπρέζλαου (στα Πολωνικά, Ρόκλαου). Κατεβήκαμε εκεί και μας έδωσαν οδηγίες σχετικά με το πώς θα επιστρέψωμε στο στρατόπεδο. Όταν φθάσαμε στην πύλη, οι φρουροί γελούσαν συνέχεια και τελικά είπαν: «Μόνο οι Μάρτυρες του Ιεχωβά θα έρχονταν εδώ από μόνοι τους.» Αλλά εμείς ξέραμε ότι το να μην επιστρέψωμε στο στρατόπεδο θα εσήμαινε φασαρίες για τις αδελφές μας.
Μείναμε στο Γκρος-Ρόζεν μόνο δύο βδομάδες, και μετά μας μετέφεραν στο στρατόπεδο Μαουτχάουζεν κοντά στο Λιντς της Αυστρίας. Οι συνθήκες εκεί ήσαν τρομερές. Πάρα πολλοί άνθρωποι ήσαν συνωστισμένοι εκεί. Η τροφή ήταν σπάνια, και δεν είχαμε ούτε και άχυρα πάνω στα οποία να κοιμηθούμε, μόνο ξύλινες σανίδες. Μετά από λίγο καιρό μάς μετέφεραν πάλι, στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλζεν, κοντά στο Αννόβερο της Γερμανίας. Μια από τις αδελφές μας πέθανε καθ’ οδόν. Λόγω των άθλιων συνθηκών που επικρατούσαν σ’ αυτό το στρατόπεδο, πολλές από τις αδελφές μας που είχαν επιζήσει από την μέχρι τότε διακίνησι τώρα πέθαναν.
Περίπου 25 από την ομάδα μας μεταφερθήκαμε σ’ ένα άλλο ακόμη στρατόπεδο, ένα μυστικό στρατόπεδο, που ωνομαζόταν Ντόρα-Νορντχάουζεν. Αρχικά, το στρατόπεδο αυτό ήταν μόνο για άνδρες, αλλά πρόσφατα είχαν μεταφέρει εκεί μερικές πόρνες. Ωστόσο, ο διοικητής του στρατοπέδου εξήγησε στην επιστάτρια ότι εμείς ήμαστε διαφορετικές. Οι συνθήκες ήσαν καλύτερες για μας στο Ντόρα-Νορντχάουζεν. Ένας αδελφός εργαζόταν στην κουζίνα των φυλακών, και φρόντιζε να τρώμε κάπως υποφερτή τροφή.
Το τέλος του πολέμου πλησίαζε. Έγιναν διευθετήσεις να μεταφερθούμε σ’ ένα μέρος κοντά στο Αμβούργο. Για το ταξίδι, μου έδωσαν μια κονσέρβα με κρέας και λίγο ψωμί, αλλά στους άνδρες δεν έδωσαν τίποτε. Ένας Πολωνός αδελφός ήταν πολύ άρρωστος· έτσι, του έδωσα τη δική μου μερίδα τροφής. Αργότερα, μου είπε ότι αυτό του έσωσε τη ζωή. Καθ’ οδόν, συναντήσαμε τους Αμερικανούς στρατιώτες, και απελευθερωθήκαμε. Οι άνδρες των Ες-Ες φόρεσαν τα πολιτικά ρούχα που είχαν φέρει μαζί τους, έκρυψαν τα όπλα τους και το έσκασαν. Ο πόλεμος τελείωνε!
Όταν συναντηθήκαμε και πάλι με τον Χάραλντ μετά από ένα μήνα περίπου ήταν κάτι πολύ ασυνήθιστο. Αγκαλιασθήκαμε και μείναμε έτσι πολλή ώρα—είχαν περάσει πέντε ολόκληρα χρόνια από τότε που είχαμε χωρίσει.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΙΕΣ
Όταν επιστρέψαμε σπίτι, βρήκαμε αυτό το σημείωμα στην πόρτα: «Εδώ ζη η Γιούττα Αμπτ. Οι γονείς της είναι στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως.» Τι ωραία ήταν που ήμαστε πάλι σπίτι—και ασφαλείς! Ιδιαίτερα ικανοποιητικό ήταν το ότι γνωρίζαμε πως είχαμε μείνει πιστοί στον Ιεχωβά.
Τα χρόνια που πέρασα στα Γερμανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως με δίδαξαν ένα σημαντικό μάθημα. Δηλαδή, πόσο πολύ το πνεύμα του Ιεχωβά μπορεί να σας ενισχύση όταν αντιμετωπίζετε μεγάλη δοκιμασία! Προτού φυλακισθώ, είχα διαβάσει την επιστολή μιας αδελφής που έλεγε ότι κάτω από σοβαρή δοκιμασία το πνεύμα του Ιεχωβά επιφέρει μια ηρεμία στο άτομο. Σκεπτόμουν ότι η αδελφή αυτή θα πρέπει να μεγαλοποιούσε λίγο τα πράγματα. Αλλά όταν αντιμετώπισα κι εγώ η ίδια δοκιμασίες, κατάλαβα ότι αυτό που είπε ήταν αληθινό. Πραγματικά, αυτό συμβαίνει. Είναι δύσκολο να το φαντασθήτε, αν δεν το έχετε δοκιμάσει. Ωστόσο, συνέβη πραγματικά σ’ εμένα. Ο Ιεχωβά βοηθεί.
Εκείνο που με βοήθησε ν’ αντέξω το χωρισμό μου από την κόρη μου ήταν η εντολή που είχε δώσει ο Ιεχωβά στον Αβραάμ να θυσιάση το γιο του. (Γεν. 22:1-19) Ο Ιεχωβά δεν ήθελε στην πραγματικότητα να φονεύση ο Αβραάμ τον Ισαάκ, αλλά ήθελε να δη την υπακοή του Αβραάμ. Στην περίπτωσί μου, σκεπτόμουν, ο Ιεχωβά δεν απαιτεί να θυσιάσω το παιδί μου αλλά μόνο να το αποχωρισθώ. Αυτό δεν είναι τίποτα σε σύγκρισι με αυτό που ζήτησε από τον Αβραάμ. Η Γιούττα παρέμεινε πιστή στον Ιεχωβά όλα αυτά τα πολλά χρόνια, και είμαστε πολύ ευτυχισμένοι γι’ αυτό.
Η πιστότητα του συζύγου μου ήταν πάντοτε χαρά και δύναμις για μένα. Τον αγαπώ και τον σέβομαι γι’ αυτή την πιστότητά του στον Ιεχωβά. Και, σαν αποτέλεσμα, έχομε ανταμειφθή πλούσια.