ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Σκοπιάς
ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
της Σκοπιάς
Ελληνική
  • ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΕΙΣ
  • yb00 σ. 148-223
  • Τσεχία

Δεν υπάρχει διαθέσιμο βίντεο για αυτή την επιλογή.

Λυπούμαστε, υπήρξε κάποιο σφάλμα στη φόρτωση του βίντεο.

  • Τσεχία
  • Βιβλίο Έτους των Μαρτύρων του Ιεχωβά 2000
  • Υπότιτλοι
  • Γνωστή ως Τσεχία
  • Θρησκευτική Κληρονομιά
  • Διακηρύττοντας ένα Επείγον Άγγελμα
  • Κάποιοι που Ασπάστηκαν τα Καλά Νέα
  • Προσεγγίζοντας Ανθρώπους με Πολλούς Τρόπους
  • Νομική Καταχώριση
  • Ενισχύθηκαν από τις Διεθνείς Συνάξεις
  • Διαφαίνεται η Ναζιστική Απειλή
  • Αρχίζει η Ναζιστική Κατοχή
  • Κηρύττοντας στο «Πύρινο Καμίνι»
  • Ανάμνηση στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης
  • Μαρτυρία στη Διάρκεια της Ναζιστικής Κατοχής
  • Αξιοποίηση μιας Περιόδου Σχετικής Ειρήνης
  • Μαζεύονται Ξανά Μαύρα Σύννεφα
  • Η Αληθινή Λατρεία Συνεχίζεται
  • Μια Σύντομη Ανάπαυλα
  • Ξανά στο «Πύρινο Καμίνι»
  • Μια Τερατώδης Δίκη στην Πράγα
  • Βρίσκουν Προβατοειδή Άτομα στις Φυλακές
  • «Άγιοι» στα Ανθρακωρυχεία
  • Διακοπές με Άλλους Μάρτυρες
  • Μια Πανούργα Επίθεση
  • Αποσχίζονται από την Εκκλησία
  • Στοργική Ενθάρρυνση για να “Εκζητούν τον Ιεχωβά”
  • Οργάνωση και Εκπαίδευση για Περαιτέρω Υπηρεσία
  • Όταν Έπαυαν να Είναι Προσεκτικοί
  • Πλησιάζει η Ελευθερία Λατρείας;
  • «Έξι Χιλιάδες Χρόνια Ανθρώπινης Ύπαρξης»
  • Τι Συνέβη Τελικά
  • Χαρτογραφούνται οι Τομείς των Εκκλησιών
  • Κάλυψη και Άλλων Τομέων
  • Η Γεμάτη Ζήλο Δράση Αναστατώνει τις Αρχές
  • Διωκόμαστε Επειδή Τιμούμε τον Ιησού Χριστό
  • Παροχή Πνευματικής Τροφής
  • Πώς Άρχισε η Εκτύπωση των Εντύπων
  • Έφοδος σε Δύο Τυπογραφεία στην Πράγα
  • Ήταν Εφικτή η Νομική Καταχώριση;
  • Εκτεταμένες Ανακρίσεις από την Κρατική Ασφάλεια
  • Ενδιαφέρουσα Πρόταση από την Κρατική Ασφάλεια
  • Συγκεντρώνουμε την Προσοχή στο Θεόδοτο Έργο Μας
  • Ο Μακρύς Δρόμος για την Καταχώριση
  • Ενεργώντας με Πίστη
  • Μια Αξέχαστη Συνέλευση
  • Καιρός για Επέκταση
  • Αίθουσες Βασιλείας «Ταχείας Ανέγερσης»
  • Οι Κρυφές Παγίδες της Ελευθερίας
  • Τους Ωθεί η Αγάπη
Βιβλίο Έτους των Μαρτύρων του Ιεχωβά 2000
yb00 σ. 148-223

Τσεχία

Οι δεσμοί της παγκόσμιας αδελφότητας απέκτησαν μεγαλύτερο νόημα για τους Μάρτυρες του Ιεχωβά στην Τσεχία το 1998. Σε όλο τον κόσμο διεξάχθηκαν διεθνείς συνελεύσεις με θέμα «Η Θεϊκή Οδός Ζωής».

Ανάμεσα στους 42.763 εκπροσώπους που παρακολούθησαν τη συνέλευση στο Πόντιακ του Μίσιγκαν, στις Η.Π.Α., ήταν και 345 από την Τσεχία. Είχαν συγκεντρωθεί άτομα από τουλάχιστον 44 χώρες—της Αμερικής, της Ευρώπης, της Αφρικής και της Ασίας. Άλλα 700 άτομα από την Τσεχία, μαζί με 700 από τη Σλοβακία, παρακολούθησαν τη συνέλευση στη Νυρεμβέργη της Γερμανίας—μια από τις πέντε γερμανικές συνελεύσεις που διεξάχθηκαν ταυτόχρονα και είχαν συνολικά 217.472 παρόντες από διάφορες χώρες.

Οι Τσέχοι εκπρόσωποι συγκινήθηκαν βαθιά από τη θερμή υποδοχή στις πόλεις των συνελεύσεων, από τη στοργική φιλοξενία στα σπίτια Χριστιανών αδελφών τους οποίους έβλεπαν πρώτη φορά και από το ενθουσιώδες χειροκρότημα που καλωσόριζε τους διεθνείς εκπροσώπους την πρώτη μέρα της συνέλευσης. Στη Νυρεμβέργη, Μάρτυρες από την Τσεχία και από τη Σλοβακία χαιρετούσαν ο ένας τον άλλον πολύ εγκάρδια, αγκαλιάζονταν και συχνά έκλαιγαν από χαρά επειδή είχαν την ευκαιρία να είναι και πάλι μαζί. Αυτές οι στιγμές θα τους μείνουν αξέχαστες.

Το ίδιο εκείνο έτος, χιλιάδες περισσότεροι παρακολούθησαν παρόμοιες συνελεύσεις στην ίδια την Τσεχία. Εκεί, εκτός από το πρόγραμμα που παρακολούθησαν στις μεγαλύτερες συνελεύσεις, οι εκπρόσωποι χάρηκαν όταν έλαβαν τη δίτομη Βιβλική εγκυκλοπαίδεια Ενόραση στις Γραφές η οποία είχε ολοκληρωθεί πρόσφατα στην τσεχική γλώσσα.

Αυτά ήταν πράγματι χαρωπά περιστατικά στην ιστορία των Μαρτύρων του Ιεχωβά στην Τσεχία. Αλλά ο δρόμος ως εκεί ήταν μακρύς και δύσκολος. Όλα άρχισαν πριν από 100 και πλέον χρόνια, και αυτά τα πρόσφατα γεγονότα θα ήταν αδύνατον να συμβούν χωρίς τη στοργική βοήθεια του Ιεχωβά Θεού.

Το 1891, ο Κ. Τ. Ρώσελ, ο τότε πρόεδρος της Εταιρίας Σκοπιά, έκανε μια πολύ σύντομη επίσκεψη στην Πράγα, στη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Ευρώπη. Στα μετέπειτα χρόνια, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά γνώρισαν περιόδους μεγάλης αύξησης, καθώς και περιόδους δυσκολιών, διωγμού και κοσκινίσματος. Το έργο τους βρισκόταν υπό ολοκληρωτική απαγόρευση επί 46 χρόνια. Ακόμα και όταν δεν ήταν υπό απαγόρευση, οι Μάρτυρες δεν είχαν πάντοτε το πλεονέκτημα της νομικής αναγνώρισης.

Η εμπειρία των Μαρτύρων του Ιεχωβά στις περιοχές της Τσεχίας είναι παρόμοια με εκείνη του προφήτη Ιερεμία, στον οποίο ο Ιεχωβά είπε: «Είναι σίγουρο ότι θα σε πολεμήσουν, αλλά δεν θα υπερισχύσουν εναντίον σου, διότι “εγώ είμαι μαζί σου”, λέει ο Ιεχωβά, “για να σε ελευθερώνω”».—Ιερ. 1:19.

Γνωστή ως Τσεχία

Τον Οκτώβριο του 1918, μετά τις πολιτικές διαπραγματεύσεις στα διπλωματικά κέντρα του κόσμου, ιδρύθηκε η Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας στην Κεντρική Ευρώπη, η οποία διαλύθηκε προσωρινά στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, αλλά στη συνέχεια επανεμφανίστηκε ύστερα από έξι και πλέον χρόνια ναζιστικής καταπίεσης. Επίσης υπέμεινε πάνω από τέσσερις δεκαετίες κομμουνιστικής διακυβέρνησης. Κατόπιν, έπειτα από 74 χρόνια, αυτή η πολιτική οντότητα έπαψε να υπάρχει. Το 1993, το ανατολικό τμήμα της Τσεχοσλοβακίας αποτέλεσε το κράτος της Σλοβακίας. Το δυτικό τμήμα, περιλαμβανομένης της Βοημίας, της Μοραβίας και μέρους της Σιλεσίας, αποτέλεσε το κράτος της Τσεχίας.

Η Τσεχία έχει έκταση περίπου 500 χιλιόμετρα από την ανατολή προς τη δύση και σχεδόν 250 χιλιόμετρα από το βορρά προς το νότο. Βόρεια και δυτικά υπάρχουν όμορφα δασοσκέπαστα βουνά· υπάρχουν επίσης πολλές εύφορες καλλιεργήσιμες εκτάσεις που τις διασχίζουν ποτάμια. Όπως συμβαίνει σε πολλά μέρη της Κεντρικής Ευρώπης, η μόλυνση του περιβάλλοντος αποτελεί μεγάλο πρόβλημα. Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν σε πόλεις ή κωμοπόλεις.

Μια συνοπτική έκθεση για τις δραστηριότητες των Μαρτύρων του Ιεχωβά σε όλη την πρώην Τσεχοσλοβακία μεταξύ των ετών 1912 και 1970 δημοσιεύτηκε στο Βιβλίο Έτους 1972 (στην αγγλική). Σε αυτή την έκθεση αναφέρονται επιπρόσθετες λεπτομέρειες, αλλά η προσοχή στρέφεται κυρίως στην περιοχή που είναι σήμερα γνωστή ως Τσεχία.

Θρησκευτική Κληρονομιά

Η Πράγα, η πρωτεύουσα, αποκαλείται μερικές φορές η πόλη με τα εκατό καμπαναριά. Αλλά ακόμα και τα πολυάριθμα καμπαναριά δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν την Τσεχία να γίνει αυτό που είναι σήμερα—μια βασικά αθεϊστική χώρα. Εντούτοις, δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα.

Έπειτα από παράκληση του Πρίγκιπα Ραστισλάβου, ενός Μοραβού ηγέτη, ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ΄ έστειλε μια θρησκευτική αποστολή στη Μοραβία το 863 Κ.Χ. Ο Κωνσταντίνος (αργότερα έγινε γνωστός ως Κύριλλος) και ο Μεθόδιος, οι δύο άντρες που αποτελούσαν την αποστολή, ήταν κληρικοί από τη Θεσσαλονίκη. Αυτοί τελούσαν τη λειτουργία στην τοπική γλώσσα, και επιπρόσθετα ο Κωνσταντίνος επινόησε ένα αλφάβητο κατάλληλο για τη σλαβονική γλώσσα, την οποία μιλούσαν οι Μοραβοί. Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας αυτό το αλφάβητο μετέφρασε τμήματα της Αγίας Γραφής. Ωστόσο, η απόκτηση σαφούς κατανόησης του Λόγου του Θεού ήρθε πολύ αργότερα.

Διακηρύττοντας ένα Επείγον Άγγελμα

Το 1907, περίπου 16 χρόνια μετά τη σύντομη επίσκεψη του Κ. Τ. Ρώσελ στην Πράγα, ένας ηλικιωμένος Σπουδαστής της Γραφής (όπως ήταν τότε γνωστοί οι Μάρτυρες του Ιεχωβά) άρχισε να επισκέπτεται τη βόρεια Βοημία μία φορά το μήνα και να διανέμει Βιβλικά έντυπα. Αυτός ήταν ο αδελφός Έρλερ που ερχόταν από τη Δρέσδη της Γερμανίας. Κήρυττε με ζήλο στο Λίμπερετς και σε άλλες πόλεις δύο με τρεις μέρες κάθε φορά. Διένεμε το βιβλίο του Κ. Τ. Ρώσελ Η Μάχη του Αρμαγεδδώνος και διακήρυττε με πεποίθηση ότι το 1914 θα γινόταν μια παγκόσμια καταστροφή.

Το 1912 αρκετά άτομα γεμάτα ενθουσιασμό έσπερναν τους σπόρους της Βιβλικής αλήθειας, σχηματίζοντας μικρούς ομίλους και βαφτίζοντας ανθρώπους. Όταν ξέσπασε ο παγκόσμιος πόλεμος το 1914, οι Σπουδαστές της Γραφής δεν εξεπλάγησαν καθόλου, μολονότι δεν πραγματοποιήθηκαν όλες οι προσδοκίες τους εκείνο το έτος.

Τα πρώτα εκείνα χρόνια, τα έντυπα που διένεμαν εδώ οι Σπουδαστές της Γραφής ήταν στη γερμανική γλώσσα. Μερικοί γερμανόφωνοι κάτοικοι τα δέχονταν με εκτίμηση. Η Καρλότα Γιανκόβτσοβα από το Πίλζεν θυμάται ότι η μητέρα της πήρε μερικά βιβλία του αδελφού Ρώσελ από ένα Σπουδαστή της Γραφής ο οποίος ερχόταν από τη Δρέσδη και επισκεπτόταν το σπίτι τους το 1925. Σύντομα άρχισαν να παρακολουθούν συναθροίσεις. Η ίδια λέει: «Κάναμε πολύ προσωπική μελέτη και προετοιμασία για τις συναθροίσεις. Κάθε εβδομάδα, αφιερώναμε ολόκληρη την Κυριακή στην υπηρεσία αγρού. Ήμασταν Σπουδαστές της Γραφής, μελετούσαμε το περιοδικό Η Σκοπιά, διαβάζαμε βιβλία και επίσης είχαμε το Δελτίο [τώρα λέγεται Η Διακονία Μας της Βασιλείας]».

Σταδιακά, τα έντυπα άρχισαν να μεταφράζονται στην τσεχική. Το 1922 έγινε διαθέσιμο το συναρπαστικό βιβλιάριο Εκατομμύρια Ζώντων Ήδη Ουδέποτε θα Αποθάνωσιν, και τρία άτομα άρχισαν την ολοχρόνια υπηρεσία ως βιβλιοπώλες διάκονοι για να το διανείμουν στους Τσέχους. Τουλάχιστον από το 1923, έβγαινε εδώ κάθε μήνα μια 16σέλιδη έκδοση της Σκοπιάς στην τσεχική γλώσσα.

Το γραφείο τμήματος της Εταιρίας Σκοπιά στο Μαγδεμβούργο της Γερμανίας έστειλε το 1923 τον Άντονιν Γκλάισνερ μαζί με τη σύζυγό του στη Βοημία με σκοπό την προώθηση του κηρύγματος των καλών νέων στις περιοχές της Τσεχίας. Η Εταιρία άνοιξε εκεί μια αποθήκη εντύπων υπό την επίβλεψη του αδελφού Γκλάισνερ, ο οποίος ήδη διεξήγε συναθροίσεις στην πόλη Μοστ το 1916.

Το 1928, το γραφείο τμήματος στο Μαγδεμβούργο άρχισε να επιβλέπει πιο στενά το έργο στην Τσεχοσλοβακία. Ως αποτέλεσμα, οργανώθηκαν καλύτερα οι όμιλοι, υπήρχε μεγαλύτερη επιτυχία στη διακονία αγρού και καλύτερος συντονισμός του έργου των βιβλιοπωλών διακόνων. Σε αρμονία με αυτό, δόθηκε σε κάθε όμιλο, καθώς και στους βιβλιοπώλες διακόνους (πρόδρομους των σημερινών σκαπανέων) συγκεκριμένος τομέας στον οποίο θα κήρυτταν. Η έκθεση έργου για εκείνο το έτος από την Τσεχοσλοβακία δείχνει ότι υπήρχαν 25 μικροί όμιλοι οι οποίοι αποτελούνταν από 106 διαγγελείς και 6 βιβλιοπώλες διακόνους. Συνολικά, αυτοί έδωσαν 64.484 βιβλία και βιβλιάρια και περίπου 25.000 περιοδικά, κατευθύνοντας έτσι τα ενδιαφερόμενα άτομα στη Βασιλεία του Θεού ως τη μόνη λύση για τα προβλήματα της ανθρωπότητας.

Το επόμενο έτος, ήρθε από τη Γερμανία ο Ότο Έστελμαν φέρνοντας το συναρπαστικό «Φωτόδραμα της Δημιουργίας», μια ταινία της Εταιρίας Σκοπιά που προβλήθηκε σε διάφορα ακροατήρια από τη μια άκρη της χώρας στην άλλη. Το αποκορύφωμα αυτών των προβολών έφτασε προς το τέλος του 1933 όταν οι αδελφοί νοίκιασαν το Κάπιτολ, τον μεγαλύτερο κινηματογράφο της Πράγας, για τέσσερις διαδοχικές προβολές του «Φωτοδράματος». Ήρθαν τόσο πολλοί άνθρωποι, ώστε τον νοίκιασαν για άλλα δύο βράδια. Πολλοί που ήθελαν να παρακολουθήσουν και άλλες Γραφικές ομιλίες έδωσαν το όνομα και τη διεύθυνσή τους. Ασφαλώς, καθώς η αύξηση της οργάνωσης γινόταν φανερή, υπήρχε και εναντίωση. Αυτό είχε πει ο Ιησούς στους ακολούθους του να περιμένουν.—Ιωάν. 15:18-20.

Κάποιοι που Ασπάστηκαν τα Καλά Νέα

Στη διάρκεια εκείνης της περιόδου, τα καλά νέα έφτασαν σε έναν άντρα ο οποίος αργότερα έπαιξε σημαντικό ρόλο στις δραστηριότητες των Μαρτύρων του Ιεχωβά σε αυτή τη χώρα. Το όνομά του ήταν Μπόχουμιλ Μούλερ. Στο τέλος της επίγειας πορείας του το 1987, μπορούσε να αναπολήσει πάνω από 55 χρόνια πιστής υπηρεσίας, περιλαμβανομένων 14 χρόνων που πέρασε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και σε φυλακές επειδή δεν συμβιβάστηκε ως προς την πίστη του.

Το 1931, σε ηλικία 16 ετών, ο Μπόχουμιλ μάθαινε στοιχειοθέτηση. Ο αδελφός του ο Κάρελ μάθαινε βιβλιοδεσία. Ο πατέρας τους, Τόμας Μούλερ, ήταν ηγετικό στέλεχος της Ένωσης των Αδελφών, οι οποίοι καυχιούνταν για τις παραδόσεις τους και την ιστορία τους. Ο εργοδότης του Κάρελ τού έδωσε εισιτήρια για το «Φωτόδραμα της Δημιουργίας». Ύστερα από την πρώτη προβολή, ο Κάρελ γύρισε στο σπίτι ενθουσιασμένος. Περιέγραψε ό,τι είχε δει και ακούσει, και έδωσε στον πατέρα του δύο γερμανικά βιβλία που είχε πάρει. Το επόμενο βράδυ επέστρεψε στο σπίτι ακόμη πιο ενθουσιασμένος και έφερε το βιβλίο Δημιουργία στην τσεχική. Καθώς περιέγραφε τις εντυπώσεις του, ανέφερε ότι στο τέλος του προγράμματος είχε δώσει τη διεύθυνσή του ώστε να τον καλέσουν και σε άλλες Γραφικές ομιλίες.

Περίπου ένα μήνα αργότερα, μόλις είχε τελειώσει η οικογένεια το κυριακάτικο γεύμα της, χτύπησε το κουδούνι. Ο Μπόχουμιλ Μούλερ έγραψε αργότερα: «Ο πατέρας πήγε να ανοίξει. Συζήτησε για λίγο με τον επισκέπτη στο διάδρομο και επέστρεψε στην κουζίνα με την έκπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Τα πρώτα του λόγια ήταν: “Δεν μου έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Φανταστείτε, ένας άντρας κάνει τον κόπο να μας επισκεφτεί κυριακάτικα για να μας καλέσει σε μια ομιλία! Είναι ομιλία των Σπουδαστών της Γραφής. Εμείς από την Ένωση των Αδελφών δεν θα το κάναμε ποτέ αυτό. Είμαστε πολύ τεμπέληδες!”» Αργότερα η οικογένεια Μούλερ άρχισε να συναθροίζεται τακτικά με το μικρό όμιλο των Μαρτύρων του Ιεχωβά.

Τελικά ο Μπόχουμιλ αφιερώθηκε στον Ιεχωβά, αλλά βαφτίστηκε περίπου δύο χρόνια έπειτα από αυτό. Στο μεταξύ υπηρετούσε ήδη ως βοηθός του επισκόπου εκκλησίας (τότε λεγόταν διευθυντής υπηρεσίας), διεξήγε συναθροίσεις και υπηρετούσε στον Οίκο Μπέθελ στο γραφείο της Εταιρίας στην Πράγα. Τότε δεν συνειδητοποιούσαν πλήρως όλοι οι Μάρτυρες τη σοβαρότητα του Χριστιανικού βαφτίσματος.

Περίπου την ίδια περίοδο, η Λίμπουσε Στεκέροβα, ξαδέλφη του Μπόχουμιλ, έμαθε την αλήθεια, αλλά εκείνη βαφτίστηκε πιο γρήγορα. Αργότερα είπε: «Ο θείος μου, ο Τόμας Μούλερ, ήταν πολύ θρησκευόμενος. Ένα καλοκαιριάτικο απομεσήμερο του 1932, μου μίλησε για το όνομα του Θεού, Ιεχωβά, για το μέλλον του κόσμου και για τις αξιόλογες συναντήσεις Γραφικού περιεχομένου μιας ομάδας που λεγόταν Μάρτυρες του Ιεχωβά. Στο τέλος μού έδωσε το βιβλίο Απελευθέρωσις, του Τζ. Φ. Ρόδερφορντ. Άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι υπήρχε κάτι που ο Δημιουργός μου θα ήθελε να κατανοήσω. Στην πρώτη κιόλας συνάθροιση υπηρεσίας που παρακολούθησα, άκουσα ότι θα γινόταν κάποιο βάφτισμα στην Πράγα—το δεύτερο που είχε γίνει ποτέ. Κάθησα εκεί και άκουγα, χωρίς να φαντάζομαι τι επρόκειτο να συμβεί σύντομα. Στο δρόμο για το σπίτι, ο θείος Μούλερ με ρώτησε: “Δεν θα ήθελες να βαφτιστείς και εσύ;” “Μα δεν ξέρω τίποτα ακόμα”, διαμαρτυρήθηκα εγώ. “Εσύ είσαι σαν τους προσήλυτους”, συνέχισε ο θείος. “Γνωρίζεις την Αγία Γραφή. Απλώς πρέπει να καταλάβεις σε τι καιρούς ζούμε και ποιο είναι το θέλημα του Θεού για εσένα”. Έτσι του ζήτησα να με συμπεριλάβει στο βάφτισμα, και στις 6 Απριλίου 1933 βαφτίστηκα». Έμαθε πράγματι ποιο ήταν το θέλημα του Ιεχωβά για εκείνη και τον υπηρέτησε πιστά μέχρι το θάνατό της το 1995.

Εκείνες τις μέρες, δεν διεξάγονταν οικιακές Γραφικές μελέτες με τα νεοενδιαφερόμενα άτομα. Συνήθως, για να εκπαιδευτεί κάποιος στην υπηρεσία αγρού απλώς πήγαινε σε μια πόρτα με έναν άλλο Μάρτυρα για να δει πώς γινόταν η παρουσίαση και έπειτα συνέχιζε μόνος του.

Πολλές γυναίκες έμαθαν την αλήθεια εκείνα τα χρόνια. Για αρκετές από αυτές η διακονία έγινε το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή τους, και κατάφεραν πολλά. Συχνά έπαιρναν τα παιδιά τους μαζί τους, και έτσι τα παιδιά γεύονταν από πρώτο χέρι τις ευλογίες του Ιεχωβά. Η Μπλάνκα Πίχοβα άρχισε να πηγαίνει στην υπηρεσία αγρού με τη μητέρα της όταν ήταν δέκα χρονών και θυμάται ένα περιστατικό: «Η μητέρα μου και εγώ διοριστήκαμε να καλύψουμε ένα χωριό. Η μητέρα μού είπε να καλύψω τα σπίτια που βρίσκονταν γύρω από την πλατεία του χωριού, ενώ εκείνη θα κάλυπτε τα υπόλοιπα. Όταν έφτασα στην πλατεία, είδα με τρόμο ότι ήταν γεμάτη χήνες. Το μόνο ζώο που φοβόμουν ήταν η χήνα. Άρχισαν να φωνάζουν, και όταν προσπάθησαν να με δαγκώσουν χρησιμοποίησα την τσάντα μου σαν ασπίδα. Αλλά τα πράγματα ήταν δύσκολα, γι’ αυτό προσευχήθηκα: “Κύριε Ιεχωβά, βοήθησέ με παρακαλώ!” Ξαφνικά οι χήνες έφυγαν, και δίπλα μου στεκόταν ένας τεράστιος σκύλος του Αγίου Βερνάρδου. Τον χάιδεψα, και εκείνος με ακολουθούσε καθώς πήγαινα από σπίτι σε σπίτι. Οι χήνες δεν τόλμησαν να με ξαναπλησιάσουν». Αργότερα η μητέρα της φρόντισε να διακρίνει η Μπλάνκα τη στοργική φροντίδα του Ιεχωβά σε αυτό που συνέβη.

Προσεγγίζοντας Ανθρώπους με Πολλούς Τρόπους

Το 1932 αποκτήσαμε άλλο ένα εργαλείο για τη διακονία μας σε αυτό το μέρος της Ευρώπης. Ήταν το περιοδικό Ο Χρυσούς Αιών (τώρα γνωστό ως Ξύπνα!) στην τσεχική. Εκείνο το έτος, δόθηκαν στους ανθρώπους 71.200 αντίτυπα. Αφού διάβαζαν το Χρυσό Αιώνα, πολλοί άνθρωποι δέχονταν πρόθυμα και άλλα έντυπα που εξέταζαν την Αγία Γραφή πιο αναλυτικά.

Προκειμένου να δοθεί σε όσους ήταν δυνατόν η ευκαιρία να ωφεληθούν από τα καλά νέα σχετικά με τη Βασιλεία του Θεού, ήρθαν σκαπανείς από τη Γερμανία. Αυτοί ζούσαν μετρημένα για να μπορούν να αφιερώνουν τον εαυτό τους σε αυτό το έργο. Από τους 84 σκαπανείς που έδωσαν έκθεση έργου στη διάρκεια του 1932, υπήρχαν 34 από τη Γερμανία. Για πολλούς σκαπανείς, αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να μάθουν μια καινούρια γλώσσα. Τι θα μπορούσαν άραγε να καταφέρουν μέχρι να τη μάθουν; Ο Όσκαρ Χόφμαν, ένας Γερμανός αδελφός που υπηρετούσε στην Πράγα, είπε: «Μολονότι δεν ήξερα τη γλώσσα της χώρας, επισκεπτόμουν καθημερινά τους ανθρώπους στα σπίτια τους. Για να τους βοηθήσω να καταλάβουν γιατί τους επισκεπτόμουν, τους ζητούσα να διαβάσουν μια κάρτα μαρτυρίας η οποία περιείχε ένα σύντομο τυπωμένο άγγελμα στη γλώσσα τους. Με αυτόν τον τρόπο, δόθηκαν χιλιάδες Βιβλικά έντυπα στους Τσέχους».

Εξαιτίας ενός ειδικού νόμου τον οποίο θέσπισε η κυβέρνηση εναντίον της εισροής των ξένων, οι περισσότεροι σκαπανείς από το εξωτερικό αναγκάστηκαν να φύγουν το 1934. Ωστόσο, είχε ήδη γίνει πολύ καλό έργο. Εκείνο το έτος, οι σκαπανείς είχαν κηρύξει στις περισσότερες περιοχές που δεν είχαν ανατεθεί σε κάποιον κανονικό όμιλο.

Τον ίδιο χρόνο που οι σκαπανείς αναγκάστηκαν να φύγουν από τη χώρα, η Εταιρία εφοδίασε τους τοπικούς αδελφούς με ηχογραφημένες Γραφικές ομιλίες σε δίσκους φωνογράφου. Οι τοπικοί αδελφοί πήραν αξιέπαινες πρωτοβουλίες. Η Εκκλησία της Πράγας αγόρασε μια μοτοσικλέτα Ίντιαν 750 με καλάθι πάνω στο οποίο τοποθέτησαν έναν ενισχυτή. Όταν έφταναν στην πλατεία μιας πόλης, ή σε κάποιο ανοιχτό μέρος σε ένα χωριό, έβαζαν τον ενισχυτή σε ένα ψηλό τρίποδο και έπαιζαν ηχογραφημένη μουσική ενώ έκαναν επισκέψεις από σπίτι σε σπίτι. Όταν μαζεύονταν αρκετοί άνθρωποι λόγω της μουσικής, οι αδελφοί έπαιζαν μια σύντομη ηχογραφημένη Γραφική ομιλία. Με αυτόν τον τρόπο μπορούσαν να δίνουν μαρτυρία σε εκατοντάδες ανθρώπους σε αρκετά χωριά στη διάρκεια ενός και μόνο κυριακάτικου πρωινού.

Νομική Καταχώριση

Το 1930 λήφθηκαν μέτρα για τη νομική εδραίωση της δραστηριότητας των Μαρτύρων του Ιεχωβά στην Τσεχοσλοβακία. Αυτό περιλάμβανε την ίδρυση σωματείων που θα μπορούσαν να έχουν στην κατοχή τους περιουσιακά στοιχεία, να προμηθεύονται έντυπα και να επιτελούν άλλες απαραίτητες εργασίες.

Διεξάχθηκε μια ειδική συνάντηση στην Πράγα, στην οποία οι παρόντες συμφώνησαν με χαρά να ιδρύσουν δύο σωματεία και ενέκριναν το καταστατικό τους. Το πρώτο σωματείο ονομάστηκε Βιβλική και Φυλλαδική Εταιρία Σκοπιά (Τμήμα της Τσεχοσλοβακίας). Αυτό προμηθευόταν τα έντυπα και φρόντιζε για τις συναθροίσεις και για τη διανομή των εντύπων. Το δεύτερο σωματείο ονομάστηκε Διεθνής Σύλλογος Σπουδαστών της Γραφής (Τμήμα της Τσεχοσλοβακίας), με έδρα την Πράγα. Αυτό αποτελούσε ένα νομικό πρόσωπο για την επίβλεψη των δραστηριοτήτων των Μαρτύρων του Ιεχωβά στην Τσεχοσλοβακία. Ιδρύθηκαν τρία γραφεία αυτού του Τμήματος του Διεθνή Συλλόγου των Σπουδαστών της Γραφής, το καθένα από τα οποία θα χειριζόταν τα ζητήματα σε διαφορετικό μέρος της ομόσπονδης χώρας. Την επίβλεψη του έργου στις περιοχές της Τσεχίας είχε αναλάβει ένα γραφείο που βρισκόταν στην πόλη Μπρνο με εισηγητή του τον Άντονιν Γκλάισνερ. Αυτά τα σωματεία συντέλεσαν στην προώθηση του ευαγγελιστικού έργου στην Τσεχοσλοβακία.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1933, η Εταιρία Σκοπιά άνοιξε ένα γραφείο τμήματος στην Πράγα, από όπου συνέχισε τις εκτυπωτικές εργασίες. Αυτό ήταν αναγκαίο εξαιτίας των δυσκολιών που υπήρχαν στη Γερμανία μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Εκεί είχαν επιβληθεί απαγορεύσεις, και το τμήμα της Εταιρίας στο Μαγδεμβούργο είχε δημευτεί. Ο Έντγκαρ Μερκ, από το Μαγδεμβούργο, διορίστηκε υπηρέτης τμήματος στην Πράγα. Ο Κάρελ Κόπετσκι, από την Πράγα, διορίστηκε να επιβλέπει τον Οίκο Μπέθελ και το γραφείο.

Ωστόσο, δεν εξελίχθηκαν όλα ομαλά στην Πράγα. Εξαιτίας της προσωπικής υπερηφάνειας και άλλων παραγόντων, υπήρξαν συγκρούσεις μεταξύ αυτών των δύο αδελφών. Το 1936, το τμήμα της Πράγας τέθηκε υπό την επίβλεψη του Γραφείου Κεντρικής Ευρώπης της Εταιρίας, το οποίο βρισκόταν στην Ελβετία. Λίγο αργότερα, ο Κάρελ Κόπετσκι και ο Γιόζεφ Γκούτλερ, που είχαν θέσεις ευθύνης στα νομικά σωματεία της Εταιρίας στην Τσεχοσλοβακία, παραιτήθηκαν. Αντικαταστάθηκαν από τον Γιόζεφ Μπάνερ και τον Μπόχουμιλ Μούλερ. Ο νέος υπηρέτης τμήματος ήταν ο Χάινριχ Ντουένγκερ, ένας πράος και όσιος υπηρέτης του Ιεχωβά, ο οποίος είχε ήδη ανταποκριθεί σε διάφορους θεοκρατικούς διορισμούς. Με στοργική επίβλεψη, οι εκκλησίες συνέχισαν να συμμετέχουν με χαρά στο κήρυγμα των καλών νέων της Βασιλείας του Θεού—νέα που τα είχαν μεγάλη ανάγκη οι άνθρωποι καθώς ζούσαν σε έναν ολοένα και πιο ασταθή κόσμο.

Ενισχύθηκαν από τις Διεθνείς Συνάξεις

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά στην Τσεχοσλοβακία ήξεραν καλά ότι οι Μάρτυρες σε άλλες χώρες διεξήγαν συνελεύσεις, και επιθυμούσαν βαθιά να διεξαγάγουν μια συνέλευση στην Τσεχοσλοβακία.

Διευθετήθηκε να διεξαχθεί στην Πράγα μια μεγάλη διεθνής συνάθροιση, όπως λεγόταν τότε, στις 14 ως 16 Μαΐου 1932 στο Θέατρο Βαριετέ. Αυτή ήταν η πρώτη διεθνής συνέλευση σε αυτή τη χώρα. Η δημόσια διάλεξη είχε το επίκαιρο θέμα «Η Ευρώπη Μπροστά στην Καταστροφή». Το πρόγραμμα μεταφράστηκε στη γερμανική, στην ουγγρική, στη ρωσική, στη σλοβακική και στην τσεχική. Παρευρέθηκαν 1.500 άτομα. Δόθηκε ισχυρή μαρτυρία. Τις μέρες της συνέλευσης, οι εκπρόσωποι συμμετείχαν στη διακονία από σπίτι σε σπίτι και έδωσαν πάνω από 21.000 Βιβλικά έντυπα στους ανθρώπους.

Το 1937 διεξάχθηκε στην Πράγα άλλη μια διεθνής σύναξη. Εκατοντάδες επισκέπτες ήρθαν από μέρη όπως η Αυστρία, η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Γερμανία. «Ήταν μια υπέροχη συνέλευση!» θυμόταν αργότερα ο αδελφός Μούλερ.

Το κήρυγμα των καλών νέων συνέχισε να προοδεύει σε όλη την Τσεχοσλοβακία. Στη διάρκεια του 1937, οι Μάρτυρες έκαναν καλή χρήση 7 ενισχυτών και 50 φωνογράφων για να μεταδίδουν ηχογραφημένες Γραφικές ομιλίες. Εκείνο το έτος χρησιμοποίησαν αυτόν τον εξοπλισμό σε 2.946 δημόσιες παρουσιάσεις που τις παρακολούθησαν συνολικά 31.279 άτομα. Μια έκθεση σχετικά με το έργο στην Τσεχοσλοβακία εκείνο το έτος δήλωνε: «Το έργο κηρύγματος των καλών νέων σημείωσε πρόοδο σε όλη τη χώρα. Το άκουσαν άνθρωποι σε μεγάλες πόλεις αλλά και σε χωριά, έφτασε σε παλάτια αλλά και σε ορεινά αγροτόσπιτα».

Διαφαίνεται η Ναζιστική Απειλή

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος πλησίαζε. Η ένταση μεγάλωνε στην Ευρώπη. Πώς θα αντεπεξέρχονταν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά σε αυτή την κατάσταση; Η άρνηση στράτευσης για λόγους συνείδησης δεν ήταν ακόμα ευρέως γνωστή στην Τσεχοσλοβακία. Καμιά μεγάλη παραδοσιακή θρησκεία δεν υποστήριζε τους Βιβλικούς κανόνες σε τέτοιο βαθμό ώστε να τηρεί Χριστιανική ουδετερότητα. Το πρώτο άτομο που φυλακίστηκε λόγω της Χριστιανικής του ουδετερότητας σε αυτή τη χώρα ήταν ο Μπόχουμιλ Μούλερ, ο οποίος έγραψε: «Επρόκειτο να αναλάβω στρατιωτική υπηρεσία την 1η Οκτωβρίου 1937. Η συνείδησή μου, όμως, μου έλεγε ότι ο Θεός δεν θέλει “να μαθαίνουν τον πόλεμο” οι υπηρέτες του. (Ησ. 2:4) Βασιζόμουν στον Ιεχωβά για να μου δίνει αρκετή δύναμη και υπομονή για τις μελλοντικές δοκιμασίες. Λόγω της στάσης μου, μέχρι τα τέλη του Μαρτίου 1939 με είχαν καλέσει να παρουσιαστώ ενώπιον στρατοδικείου τέσσερις φορές, και κάθε φορά με καταδίκαζαν σε αρκετούς μήνες φυλάκιση. Καθώς σκέφτομαι εκείνες τις μέρες, μπορώ τώρα να πω ότι είμαι ευγνώμων για αυτές τις δοκιμασίες επειδή με προετοίμασαν για τους πολύ χειρότερους καιρούς που θα έρχονταν».

Καθώς η ναζιστική απειλή εντεινόταν, οι πιέσεις για τους υπηρέτες του Ιεχωβά πολλαπλασιάζονταν. Στις παραμεθόριες περιοχές, κοντά στα σύνορα με τη Γερμανία, ο διωγμός εντάθηκε. Τον Αύγουστο του 1938 απαγορεύτηκαν οι συναθροίσεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά, γι’ αυτό άρχισαν να συναθροίζονται σε μικρούς ομίλους. Η Λίμπουσε Στεκέροβα έγραψε: «Το 1938, η πολιτική ένταση αυξήθηκε και εμείς έπρεπε να μάθουμε να δίνουμε μαρτυρία υπό νέες συνθήκες. Αργότερα, στη διάρκεια του πολέμου, έπρεπε να γνωρίζουμε πολύ καλά κάποιο άτομο προτού του μιλήσουμε για την πίστη μας».

Το 1938 η Γερμανία κατέλαβε τη Σουδητία, η οποία βρισκόταν τότε στο έδαφος της Τσεχοσλοβακίας. Σε μια απόπειρα να αποτρέψουν τον πόλεμο, η Βρετανία και η Γαλλία συμφώνησαν με την απαίτηση του Χίτλερ να προσαρτηθεί η Σουδητία στη Γερμανία, και έτσι οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί βρέθηκαν υπό ναζιστική κυριαρχία.

Αρχίζει η Ναζιστική Κατοχή

Στις 15 Μαρτίου 1939, οι γερμανικές δυνάμεις κατέλαβαν όλη τη Βοημία και τη Μοραβία. Ο Χίτλερ δημιούργησε ένα καινούριο πολιτικό κράτος και το ονόμασε Προτεκτοράτο της Βοημίας και της Μοραβίας, το οποίο είχε δικό του πρόεδρο και υποχείρια κυβέρνηση.

Σύντομα η Γκεστάπο ανέλαβε δράση κατά των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Ήρθαν στο γραφείο της Εταιρίας Σκοπιά στην Πράγα στις 30 Μαρτίου. Την 1η Απριλίου, ο Μπόχουμιλ Μούλερ αφέθηκε ελεύθερος αφού έμεινε για κάποιο διάστημα στη φυλακή λόγω της Χριστιανικής του ουδετερότητας. Στη διαδρομή από τη φυλακή προς το σιδηροδρομικό σταθμό τηλεφώνησε στο γραφείο τμήματος. Αργότερα είπε: «Τους είπα ότι θα πήγαινα την επομένη για να κάνω ό,τι μπορούσα. Εκείνη τη μέρα ήμασταν τρία άτομα στο Μπέθελ. Είχαμε πολλή δουλειά να κάνουμε. Μερικά από τα εκτυπωτικά μηχανήματα βρίσκονταν ήδη σε κάποιο λιμάνι, έτοιμα να αποσταλούν στην Ολλανδία. Τα υπόλοιπα έπρεπε να τα συσκευάσουμε αμέσως. Ο αδελφός Μάτεϊκα και εγώ αναλάβαμε αυτή τη δουλειά ενώ ο αδελφός Κάπινους άδειαζε τα γραφεία και τις εγκαταστάσεις του Μπέθελ. Στο μεταξύ, μεταφράζαμε επίσης τα περιοδικά—τη Σκοπιά και την Παρηγορία (τώρα Ξύπνα!). Επίσης καταφέραμε να απομακρύνουμε μια μεγάλη ποσότητα βιβλίων και βιβλιαρίων στην τσεχική, τα οποία δεν είχαν κινήσει το ενδιαφέρον της Γκεστάπο σε μια επιδρομή που είχε κάνει το Μάρτιο. Ωστόσο, η Γκεστάπο επισκέφτηκε το γραφείο αρκετές φορές την περίοδο που εκκενώναμε τις εγκαταστάσεις».

Αφότου άρχισε η κατοχή, ήταν προφανές ότι το κήρυγμα θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Πολλοί αδελφοί εγκατέλειψαν την Τσεχοσλοβακία. Ο αδελφός Ντουένγκερ έφυγε για την Ελβετία ένα μόλις βράδυ πριν έρθει η Γκεστάπο για να τον συλλάβει. Ο αδελφός Μούλερ επίσης ετοιμαζόταν να φύγει. Είχε πάρει τη σχετική άδεια από τις κρατικές αρχές, αλλά τότε έλαβε μια επιστολή από το τμήμα στη Βέρνη η οποία έλεγε ότι θα ήταν καλό αν μπορούσε να παραμείνει στο διορισμό του, παρέχοντας την απαραίτητη ποίμανση και ενθάρρυνση στους αδελφούς στην Τσεχοσλοβακία. Ο αδελφός Μούλερ συμφώνησε αμέσως, και για να μην αλλάξει γνώμη κατέστρεψε το διαβατήριό του.

Σαράντα οχτώ χρόνια αργότερα, είπε: «Αν με ρωτούσε κάποιος τώρα μήπως μετάνιωσα ποτέ που δεν έφυγα από την Πράγα την άνοιξη του 1939, θα απαντούσα με σιγουριά: “Όχι!” Ποτέ δεν μετάνιωσα που έμεινα. Με τον καιρό, κατάλαβα ότι αυτό ήταν το μέρος όπου ανήκα. Εδώ με έθεσε ο Ιεχωβά και η οργάνωσή του. Μάλιστα, τα απάνθρωπα παθήματα και οι ξυλοδαρμοί που συχνά υπέφερα δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με τη χαρά που ένιωθα καθώς παρατηρούσα το έργο να επεκτείνεται χρόνο με το χρόνο και το πλήθος των χαρούμενων λάτρεων του Παντοδυνάμου να αυξάνει γύρω μου!»

Από το 1939 και έπειτα, η Γκεστάπο άρχισε τις συλλήψεις. Ο Ότο Μπούχτα, πνευματικός στύλος της Εκκλησίας Μπρνο, ήταν ανάμεσα στους συλληφθέντες και πέθανε αργότερα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν. Το φθινόπωρο του 1940, ο αδελφός Κάπινους, που στο παρελθόν είχε υπηρετήσει στο γραφείο τμήματος στην Πράγα, συνελήφθη μαζί με άλλους αδελφούς και αδελφές από τη Μοραβία. Παρ’ όλα αυτά, πιστοί μάρτυρες του Ιεχωβά συνέχισαν να κηρύττουν το Λόγο οπουδήποτε μπορούσαν.

Μερικοί που είχαν υπηρετήσει τον Ιεχωβά σε πιο ευνοϊκούς καιρούς εγκατέλειψαν τη λατρεία του και συνεργάστηκαν με τους εχθρούς του λαού του. Ο Κάρελ Κόπετσκι ήταν κάποτε πολύ ικανός και ζηλωτής αδελφός. Αλλά όταν ο αδελφός Μούλερ, πρώην συνεργάτης του, τον συνάντησε το 1940, ο Κόπετσκι είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Να πώς συνέβησαν τα πράγματα: Οι αδελφοί είχαν πολυγραφήσει ένα Γραφικό έντυπο και το είχαν βάλει σε φακέλους για να το ταχυδρομήσουν. Ο αδελφός Μούλερ έβαλε τους φακέλους σε μια τσάντα και πήγαινε με το ποδήλατό του από ταχυδρομείο σε ταχυδρομείο στην Πράγα. Έριχνε μερικούς φακέλους σε κάθε γραμματοκιβώτιο. Ο ίδιος είπε: «Μπαίνοντας σε κάποιο ταχυδρομείο είδα έναν άντρα ντυμένο με τη στολή των Ες-Ες να περιμένει στον πάγκο. Κοντοστάθηκα, αλλά προτού αποφασίσω τι έπρεπε να κάνω, ο άντρας γύρισε και βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο. Κοιταχτήκαμε για μια στιγμή. Έμεινα άναυδος όταν κατάλαβα ότι έβλεπα έναν πρώην αδελφό, τον Κάρελ Κόπετσκι! Ανέκτησα γρήγορα την ψυχραιμία μου, πήγα σε ένα από τα ταμεία, άρπαξα κάποιο έντυπο, βγήκα από το ταχυδρομείο και έφυγα σαν αστραπή με το ποδήλατό μου».

Το επόμενο έτος, ο αδελφός Μούλερ, ο οποίος φρόντιζε τότε για την επίβλεψη του έργου σε αυτή τη χώρα, συνελήφθη και οδηγήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν.

Κηρύττοντας στο «Πύρινο Καμίνι»

Στο πέρασμα των ετών, πολλά έχουν γραφτεί για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα παθήματα που υπέφεραν εκεί οι αδελφοί μας. Μεταξύ εκείνων που βρέθηκαν στα στρατόπεδα ήταν και Μάρτυρες του Ιεχωβά από την Τσεχία. Δεν θα σταθούμε στις λεπτομέρειες των παθημάτων τους, αλλά, μάλλον, στο πώς εποικοδομούνταν πνευματικά και πώς εποικοδομούσαν άλλους ακόμα και μέσα σε εκείνο το «πύρινο καμίνι».—Παράβαλε Δανιήλ 3:20, 21.

Εκείνες τις μέρες, οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ήξεραν το όνομα του τσέχικου χωριού Λίντιτσε. Στις 9 και 10 Ιουνίου 1942, με εντολή του ίδιου του Χίτλερ, ολόκληρο το χωριό καταστράφηκε ολοκληρωτικά σε αντίποινα για το θάνατο ενός Γερμανού αξιωματούχου. Το όνομά του επρόκειτο να σβηστεί από το χάρτη της Ευρώπης. Η Μπόζενα Βοντράζκοβα, η οποία επέζησε από αυτό το φρικιαστικό γεγονός, είπε αργότερα: «Η Γκεστάπο περικύκλωσε ολόκληρο το χωριό μας. Πυροβόλησαν και σκότωσαν όλους τους άντρες, τα παιδιά τα έστειλαν σε άγνωστους προορισμούς και τις γυναίκες τις μετέφεραν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρικ. Εκεί συνάντησα Μάρτυρες του Κυρίου μας Ιεχωβά . . . Κάποτε μια φίλη μού είπε: “Μπόζενα, μίλησα με Σπουδαστές της Γραφής. Λένε ενδιαφέροντα πράγματα. Είναι σαν παραμύθι, αλλά ισχυρίζονται πως ό,τι λέει η Αγία Γραφή είναι αληθινό και ότι η Βασιλεία του Θεού θα έρθει και θα εξαλείψει το κακό”. Αργότερα συνάντησα αυτούς τους ανθρώπους προσωπικά. Μου έδωσαν μαρτυρία για τη Βασιλεία του Θεού και ένιωσα να με ελκύει το άγγελμά τους». Ναι, η Μπόζενα έγινε Μάρτυρας του Ιεχωβά.

Πολλοί φυλακισμένοι εντυπωσιάστηκαν βαθιά από τη διαγωγή των Μαρτύρων του Ιεχωβά στα στρατόπεδα. Ο Άλοϊς Μίτσεκ θυμάται: «Στη διάρκεια του πολέμου με φυλάκισαν για την κομμουνιστική μου δράση και με έστειλαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν. Οι Μάρτυρες εκεί κατάφερναν με κάποιον τρόπο να παίρνουν τη Σκοπιά και άλλα έντυπα, τα οποία χρησιμοποιούσαν για να διδάσκουν μερικούς συγκρατούμενούς τους, και οι αξιωματικοί των Ες-Ες ήταν ανίκανοι να τους σταματήσουν. Ως προειδοποίηση, λοιπόν, οι αξιωματικοί των Ες-Ες αποφάσισαν να τουφεκίσουν το ένα δέκατο των Μαρτύρων στο στρατόπεδο. Έβαλαν όλους τους Μάρτυρες στη σειρά και έπειτα ένοπλοι φρουροί πήραν έναν στους δέκα Μάρτυρες. Αλλά εντελώς ξαφνικά, το υπόλοιπο 90 τοις εκατό των αδελφών γύρισαν, σαν να ήταν συνεννοημένοι, και άρχισαν να προχωράνε προς την ομάδα εκείνων που είχαν επιλεχθεί για εκτέλεση. “Αν θέλετε να τουφεκίσετε έναν στους δέκα, τότε τουφεκίστε μας όλους!” Στο στρατόπεδο έμειναν όλοι άναυδοι από αυτή την κίνηση, και οι αξιωματικοί των Ες-Ες εντυπωσιάστηκαν τόσο ώστε ακύρωσαν τη διαταγή. Ήμουν αυτόπτης μάρτυρας αυτού του γεγονότος». (Ιωάν. 15:13) Πώς επηρέασε αυτό τη ζωή του;

Η κόρη του Μαρίε Γκογκόλκοβα εξηγεί: «Ο πατέρας μου παρατηρούσε τους Μάρτυρες του Ιεχωβά στο Μαουτχάουζεν, και αυτό τον έκανε να ασπαστεί την αλήθεια. Βαφτίστηκε αμέσως μόλις τελείωσε ο πόλεμος, κήρυττε με ζήλο για τη Βασιλεία του Θεού και βοήθησε πολλούς ανθρώπους να μάθουν την αλήθεια».

Ο Όλντριχ Νέσροβναλ από το Μπρνο ήταν επίσης φυλακισμένος σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Γιατί; Μισούσε τον πόλεμο και γι’ αυτό προσπάθησε να διαφύγει στην Ελβετία. Τον έπιασαν, τον κατηγόρησαν για κατασκοπεία και τον εκτόπισαν στο Νταχάου. Ο ίδιος θυμάται: «Στο τρένο που μετέφερε εμάς τους φυλακισμένους στο στρατόπεδο, είδα ένα ήσυχο 13χρονο αγόρι να κάθεται κοντά στο παράθυρο διαβάζοντας κάτι. Φαινόταν λες και ήθελε να κρύψει αυτό που διάβαζε. Τον ρώτησα τι ήταν αυτό που διάβαζε, και μου απάντησε: “Η Αγία Γραφή”. Μου είπε ότι δεν επρόκειτο να προδώσει την πίστη του στον Θεό. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε, αλλά έμεινα δίπλα του. Λεγόταν Γκρέγκορ Βιτσίνσκι και ήταν από την Πολωνία. Την επομένη έμαθα ότι ήταν Μάρτυρας του Ιεχωβά. Αρνήθηκε να υπογράψει έναν κατάλογο των αντικειμένων που έπρεπε να παραδώσει. Ο κατάλογος ήταν στα γερμανικά και φοβόταν μήπως υπέγραφε κάποια δήλωση συμβιβασμού. Τον έδειραν, αλλά ούτε αυτό τον έκανε να λυγίσει . . .

»Έγραψα στη μητέρα μου ζητώντας της μια Αγία Γραφή, και όσο παράξενο και αν φαίνεται, έφτασε στα χέρια μου. Άρχισα να τη διαβάζω τακτικά. Με είδε κάποιος άντρας από την Όστραβα (στη Μοραβία). Με ρώτησε αν καταλάβαινα αυτά που διάβαζα, και του είπα ότι καταλάβαινα περίπου τα μισά. “Θα ήθελες να καταλάβεις περισσότερα;” “Ναι”, του απάντησα. “Τότε συνάντησέ με αύριο μετά τις 6:00 μ.μ. στο τάδε μέρος”. Ήταν η πρώτη φορά που παρακολούθησα συνάθροιση των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Οι συναθροίσεις διεξάγονταν καθημερινά μετά τις 6:00 μ.μ., και τρεις φορές την Κυριακή. Τόσο ο οδηγός όσο και το θέμα ήταν προκαθορισμένα. Ο “δάσκαλός” μου ήταν ο υπηρέτης εντύπων. Ήταν ο τσαγκάρης του στρατοπέδου και είχε όλα τα έντυπα, τα οποία ήταν αντιγραμμένα με το χέρι, κρυμμένα μέσα στο σκαμνί που είχε στη δουλειά του. Πέρασε ενάμισης χρόνος, όμως, χωρίς να έχω νέα του Γκρέγκορ. Έπειτα, στα τέλη του 1944, καθώς παρατηρούσα μια ομάδα κρατουμένων να επιστρέφει από διάφορα παραρτήματα του στρατοπέδου, είδα τον Γκρέγκορ. Φαινόταν μισό μέτρο πιο ψηλός, αλλά ήταν φοβερά αδύνατος. Αφού τον έβαλαν για κάποιο διάστημα σε καραντίνα, μετά ήρθε μαζί μας στη συνάθροιση. Χαιρετηθήκαμε θερμά, και μου είπε: “Προσευχήθηκα στον Κύριο Ιεχωβά να μην σε αφήσει εδώ μόνο σου”. Ο Ιεχωβά είχε απαντήσει στην προσευχή του».

Ανάμνηση στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης

Ήταν, άραγε, δυνατόν να εορταστεί η Ανάμνηση του θανάτου του Χριστού υπό αυτές τις συνθήκες; Και βέβαια ήταν! Αλλά μερικές φορές ορισμένοι αναρωτιούνταν πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό. Η Μπόζενα Νοβάκοβα εξήγησε: «Πλησίαζε η Ανάμνηση, αλλά εγώ ένιωθα απαίσια επειδή πίστευα ότι δεν θα είχα την ευκαιρία να πάρω από τα εμβλήματα. Ωστόσο, ο Ιεχωβά φρόντισε για αυτό το ζήτημα. Γνώριζε την επιθυμία μου, και έτσι την ημέρα της Ανάμνησης με φώναξαν σε κάποιο παράπηγμα. Αρκετές αδελφές από διάφορες εθνικότητες ήταν ήδη εκεί. Η Ανάμνηση και η συμμετοχή στα εμβλήματα έλαβαν χώρα ανεμπόδιστα. Οι ευχαριστίες, η δόξα και η τιμή ανήκουν στον Θεό μας, τον Ιεχωβά, και στο Αρνί του!»

Αλλά πού βρήκαν το άζυμο ψωμί και το κρασί; Η ίδια προσθέτει: «Στη γειτονική πόλη Φίρστενμπεργκ τύχαινε να υπάρχουν μερικοί Μάρτυρες του Ιεχωβά οι οποίοι εργάζονταν σε ένα κρατικό αγρόκτημα και κατάφεραν να μας προμηθεύσουν τα εμβλήματα».

Έπειτα από αυτή την ευλογία, η αδελφή Νοβάκοβα είχε άλλη μια εμπειρία—εξαιρετικά δύσκολη αλλά ενισχυτική για την πίστη. Θυμάται: «Μια μέρα με φώναξαν στις τουαλέτες. Αυτές οι τουαλέτες είχαν ντους, αλλά όταν άνοιγαν τα ντους, αντί για νερό έβγαιναν δηλητηριώδη αέρια. Οι δηλητηριασμένες γυναίκες ρίχνονταν στους φούρνους, μερικές φορές ενώ ήταν ακόμα ζωντανές. Δεν το ήξερα αυτό, μέχρι τη στιγμή που μια φρουρός μου είπε: “Πηγαίνεις, λοιπόν, και εσύ Μπίμπελφορσερ [όπως λέγονταν τότε οι Μάρτυρες του Ιεχωβά] στο θάλαμο αερίων! Για να δούμε τώρα αν θα σε σώσει ο Ιεχωβά σου!”» Καθώς η αδελφή Νοβάκοβα απομακρύνθηκε, τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και προσευχήθηκε: «Πατέρα Ιεχωβά, σε παρακαλώ, αν είναι να πεθάνω ας γίνει το θέλημά σου. Αλλά προσεύχομαι για τα παιδιά μου. Τα εμπιστεύομαι πλήρως στη φροντίδα σου». Εξιστορώντας τα όσα συνέβησαν κατόπιν, είπε: «Καθώς προσευχόμουν, άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο υπεύθυνος γιατρός, είδε το μοβ τρίγωνό μου και είπε: “Μπίμπελφορσερ, τι κάνεις εδώ; Ποιος σε έστειλε εδώ;” Απάντησα ότι με είχε στείλει η φρουρός. Εκείνος είπε: “Βγες έξω! Η θέση σου είναι εκεί!” και μου έδειξε την πόρτα. Καθώς έφευγα, άκουσα τη φρουρό να λέει: “Τώρα πιστεύω ότι τους προστατεύει ο Ιεχωβά τους”».

Μαρτυρία στη Διάρκεια της Ναζιστικής Κατοχής

Μολονότι εκείνη την περίοδο δεν συλλέγονταν εκθέσεις υπηρεσίας αγρού, το κήρυγμα των καλών νέων συνεχίστηκε στην Τσεχοσλοβακία. Η Ρούζενα Λιβάντσοβα, από την πόλη Κλάντνο, έγραψε: «Η μητέρα μάς δίδαξε να έχουμε πίστη στον Θεό, όχι έτσι όπως δίδασκαν οι ιερείς, αλλά με σεβασμό για τους ανθρώπους. Το 1940, μας έδωσε μαρτυρία μια αδελφή από την Πράγα. Έτσι άρχισα να μαθαίνω για τον υπέροχο Θεό και στοργικό Πατέρα μας, τον Ιεχωβά. Το 1943, η μητέρα μου, η αδελφή μου και εγώ βαφτιστήκαμε».

Ακόμα και εκείνη την εποχή, παρά την εμπόλεμη κατάσταση, ο Ιεχωβά έλκυε “όσους είχαν τη σωστή διάθεση για αιώνια ζωή”. (Πράξ. 13:48) Ο Φράντισεκ Σνάιντρ, από την Πράγα, είπε: «Ήμασταν Καθολική οικογένεια, αλλά ποτέ δεν πηγαίναμε στην εκκλησία. Εγώ ήμουν μηχανικός και ζούσα μια συνηθισμένη ζωή. Σύχναζα σε παμπ όπου έπαιζα χαρτιά. Εκεί ερχόταν κάποιος άντρας, έπαιρνε ένα ποτήρι μπίρα και έδινε μαρτυρία στους πελάτες. Εκείνοι τον περιγελούσαν. Αλλά καθώς έπαιζα χαρτιά, όλο και κάτι άκουγα. Μιλούσε για το 24ο κεφάλαιο του Ματθαίου. Μου άρεσαν αυτά που έλεγε, και του το είπα. Έτσι λοιπόν, με προσκάλεσε στο σπίτι του. Όταν έφτασα, διαπίστωσα ότι εκεί γινόταν μια συνάθροιση. Ήταν ήδη εφτά άτομα στο σπίτι του. Τον ρώτησα: “Πες μου, σε παρακαλώ, πότε θα έρθει ο ιερέας;”» Αλλά δεν επρόκειτο να έρθει κανένας ιερέας. Αυτός που διηύθυνε τη συνάθροιση ήταν ο Γιόζεφ Βάλεντα, ο οποίος καθόταν δίπλα ακριβώς στον Φράντισεκ.

Ο Φράντισεκ συνέχισε να μελετάει την Αγία Γραφή και βαφτίστηκε τον Αύγουστο του 1942. Τον επόμενο χρόνο τον συνέλαβε η Γκεστάπο. Αλλά ο Ιεχωβά συνέχισε να του παρέχει την απαραίτητη βοήθεια ώστε να αυξηθεί πνευματικά. Ο Φράντισεκ εξήγησε: «Στο Μαουτχάουζεν συνάντησα τον αδελφό Μάρτιν Πέτσιγκερ. Ήταν θαρραλέος και συνετός αδελφός. Μου έφτιαξε ένα ζευγάρι παντόφλες και πάντοτε μου προμήθευε έντυπα. Διεξήγαμε τακτικά συναθροίσεις—στα κρυφά βέβαια—κάθε Κυριακή, στην “Πλατς”»—που ήταν προφανώς ο χώρος όπου γινόταν το προσκλητήριο των φυλακισμένων.

Ο Γιαν Μάτουσνι επίσης κατάλαβε ότι χρειαζόταν πνευματική βοήθεια, και αργότερα έγραψε: «Στη διάρκεια του πολέμου εργαζόμουν σε ένα ορυχείο. Με τους δύο αδελφούς μου, έπαιζα σε μια ορχήστρα εργατών. Κάπνιζα και έπινα. Βρισκόμουν σε τόσο οικτρή κατάσταση, ώστε τα χέρια μου έτρεμαν λες και ήμουν γέρος. Μια μέρα, ενώ ήμουν μεθυσμένος και ένιωθα δυστυχισμένος, άρχισα να προσεύχομαι δυνατά στον Θεό, ζητώντας του να με βοηθήσει να βρω κάποια διέξοδο από τα προβλήματά μου».

Σύντομα έπειτα από αυτό, μια Μάρτυρας η οποία επισκεπτόταν την αδελφή αυτού του άντρα μίλησε εκτενώς μαζί του και του έδωσε μια Αγία Γραφή και τρία βιβλιάρια. Καθώς τα διάβαζε, πείστηκε ότι αυτά που μάθαινε ήταν η αλήθεια. Σταμάτησε να καπνίζει, να μεθάει και να παίζει στην ορχήστρα, και άρχισε να παρακολουθεί συναθροίσεις. Βαφτίστηκε το 1943 σε μια λιμνούλα με ψάρια. Ο Γιαν λέει: «Κάναμε συναθροίσεις σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Μάθαμε τι σημαίνει η λέξη “συμβιβασμός”, καθώς και ότι είναι προτιμότερο να πεθάνουμε παρά να προδώσουμε έναν αδελφό. Αυτό αποτέλεσε καλό θεμέλιο για το διωγμό που μας περίμενε»—ναι, για το μεταπολεμικό διωγμό.

Αξιοποίηση μιας Περιόδου Σχετικής Ειρήνης

Μετά το τέλος του πολέμου, ακολούθησε μια περίοδος σχετικής ελευθερίας και ειρήνης για το λαό του Ιεχωβά, από το 1945 ως το 1949. Ήταν καιρός εποικοδόμησης, ένας καιρός κατά τον οποίο οι αδελφοί μας ενασχολούνταν με το θεόδοτο έργο κηρύγματος έχοντας ανανεωμένο ζήλο.—Ματθ. 24:14.

Το πρώτο πράγμα που έπρεπε να γίνει ήταν να εντοπιστούν όλες οι εκκλησίες και οι ευαγγελιζόμενοι. Μερικοί είχαν πεθάνει, άλλοι είχαν μετακομίσει, και χιλιάδες οι οποίοι είχαν γερμανική καταγωγή και ζούσαν κοντά στα σύνορα επρόκειτο να απελαθούν. Ο αδελφός Μούλερ, ο οποίος πιθανώς ήταν από τους πρώτους αδελφούς που επέστρεψαν σπίτι τους, εργάστηκε σκληρά για να αποκαταστήσει την επικοινωνία μεταξύ των εκκλησιών. Προσπάθησε επίσης να έρθει σε επαφή με τα γραφεία τμήματος της Εταιρίας σε άλλες χώρες, αλλά χωρίς επιτυχία στην αρχή. Κατόπιν, στις αρχές Ιουνίου, ένα τηλεγράφημα έφτασε τελικά στη Βέρνη της Ελβετίας. Άρχισαν να φτάνουν επιστολές από τη Βέρνη, καθεμιά από τις οποίες περιείχε αρκετές σελίδες του περιοδικού Η Σκοπιά στη γερμανική. Σύντομα ξεκίνησε η μετάφραση. Τον Αύγουστο του 1945, οι αδελφοί στην Πράγα εξέδωσαν το πρώτο μεταπολεμικό, πολυγραφημένο τεύχος της Σκοπιάς στην τσεχική.

Πολλοί άνθρωποι θυμούνταν τα όσα κήρυτταν οι Μάρτυρες πριν από τον πόλεμο, και μερικοί ήταν τώρα πρόθυμοι να ακούσουν. Άρχισαν να παρουσιάζονται δημόσιες Γραφικές ομιλίες—όχι πλέον μαγνητοφωνημένες διαλέξεις, αλλά ομιλίες που εκφωνούσαν ικανοί ομιλητές. Τις παρακολουθούσαν εκατοντάδες άτομα. Η πρώτη ομιλία με θέμα «Ελευθερία εις τον Νέον Κόσμον» εκφωνήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1945, στην αίθουσα του Χρηματιστηρίου Αγροτικών Αξιών της Πράγας. Οι περίπου 600 παρόντες έμειναν κατενθουσιασμένοι. Μέσα σε τρία χρόνια, εκφωνήθηκαν 1.885 τέτοιες δημόσιες ομιλίες στην Τσεχοσλοβακία. Πολλά άτομα που είναι τώρα Μάρτυρες του Ιεχωβά λένε ότι ελκύστηκαν στην αλήθεια από εκείνες τις ομιλίες.

Ένα από αυτά τα άτομα είναι ο Τίμπορ Τομασόβσκι που τώρα κατοικεί στη Βοημία. Κάποιος Μάρτυρας που βρισκόταν στην εργασία του συνάντησε τον Τίμπορ, και πάνω στην κουβέντα, ανέφερε την Αγία Γραφή. Ο Τίμπορ εντυπωσιάστηκε από τη σεμνότητα του χαρακτήρα του και τον προσκάλεσε στο σπίτι του. Αυτό οδήγησε σε μια πρόσκληση για τη συνάθροιση. Ο Τίμπορ είπε αργότερα: «Δεν μπορώ να σας περιγράψω πώς νιώσαμε η σύζυγός μου και εγώ σε εκείνη τη συνάθροιση. Ποτέ δεν είχα ακούσει μια τόσο εξαιρετική ομιλία. Τρία διαφορετικά άτομα εκφώνησαν την ομιλία. “Πρέπει να είναι πολύ μορφωμένοι άνθρωποι”, είπα στον διπλανό μου. “Όχι, είναι απλοί αγρότες”. Τα όσα ακούσαμε ήταν τόσο θαυμάσια ώστε δεν θέλαμε να γυρίσουμε σπίτι. Την επόμενη εβδομάδα στο γραφείο, δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ στην εργασία μου και ανυπομονούσα να φτάσει η Κυριακή. Από τότε, δεν χάσαμε συνάθροιση».

Ανάμεσα στα μέρη στα οποία κήρυτταν οι Μάρτυρες ήταν και τα στρατόπεδα εργασίας όπου, μετά τον πόλεμο, κρατούνταν αιχμάλωτοι πολέμου και Γερμανοί μέχρι να τους εκτοπίσουν. Μια έκθεση σχετικά με τη δραστηριότητα εκείνης της εποχής λέει: «Με μεγάλη επιτυχία οι αδελφοί επισκέπτονται τους Γερμανούς, κυρίως τους Ναζί, στα στρατόπεδα εργασίας». Θα ήταν άραγε αυτοί πιο δεκτικοί στη Γραφική αλήθεια τώρα που οι περιστάσεις τους είχαν αλλάξει; Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ήθελαν να τους δώσουν αυτή την ευκαιρία.

Το Νοέμβριο του 1945, ο αδελφός Μούλερ διορίστηκε επίσημα επίσκοπος τμήματος. Το επόμενο καλοκαίρι οι αδελφοί μπόρεσαν να αγοράσουν ένα σχεδόν καινούριο τετραώροφο κτίριο στο Σούχντολ, κοντά στην Πράγα. Αυτό παρείχε έναν ήσυχο χώρο εργασίας και ικανοποιητικά καταλύματα για την οικογένεια Μπέθελ. Η χώρα χωρίστηκε σε περιοχές, καθεμιά από τις οποίες είχε 20 εκκλησίες, και άρχισαν να γίνονται τακτικά συνελεύσεις περιοχής. Αυτό αποδείχτηκε μεγάλη ευλογία. Οι συνελεύσεις συνδέονταν πάντοτε με τη διακονία από σπίτι σε σπίτι, ενώ δινόταν θαυμάσια μαρτυρία μέσω της δημόσιας διάλεξης που εκφωνούνταν το απόγευμα της Κυριακής. Καθώς άρχισε να λειτουργεί η Σχολή Θεοκρατικής Διακονίας στις εκκλησίες, περισσότεροι αδελφοί, με τη βοήθεια του πνεύματος του Ιεχωβά, απέκτησαν τα προσόντα για να κάνουν δημόσιες ομιλίες, και οι ευαγγελιζόμενοι έγιναν καλύτεροι δάσκαλοι.

Διοργανώθηκαν επίσης συνελεύσεις περιφερείας. Οι ομιλίες «Ευφράνθητε» και «Ο Άρχων Ειρήνης» εκφωνήθηκαν το 1946 σε μια συνέλευση με 1.700 παρόντες στο Μπέσεντι ντουμ, μια λέσχη στο Μπρνο. Ο Φρανς Τσούρχερ από τη Βέρνη της Ελβετίας ήταν παρών σε εκείνη την περίπτωση. Το επόμενο έτος, όταν άλλη μια συνέλευση διεξάχθηκε στο Μπρνο, τρία μέλη του προσωπικού των παγκόσμιων κεντρικών γραφείων—ο Ν. Ο. Νορ, ο Μ. Τζ. Χένσελ και ο Χ. Κ. Κάβινγκτον—είχαν μέρος στο πρόγραμμα. Η δημόσια ομιλία «Η Χαρά Όλων των Λαών» διαφημίστηκε σε ολόκληρη την πόλη με αφίσες και φυλλάδια, και 2.300 άτομα ήρθαν για να την ακούσουν. Πολλοί έδωσαν τη διεύθυνσή τους και εξέφρασαν την επιθυμία να παρακολουθήσουν και άλλες συναθροίσεις.

Στις αρχές του 1948 σημειώθηκε κάποια πολιτική κρίση. Οι κομμουνιστές ανήλθαν στην εξουσία. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά συνέχισαν να κηρύττουν με ζήλο τα καλά νέα. Είχαν μια αύξηση 25 τοις εκατό στον αριθμό των διαγγελέων της Βασιλείας εκείνο το έτος. Το Σεπτέμβριο διεξάχθηκε άλλη μια συνέλευση—αυτή τη φορά στην Πράγα. Η δημόσια ομιλία είχε το επίκαιρο θέμα «Η Βασιλεία του Θεού—Ελπίδα για Όλη την Ανθρωπότητα». Και ενόψει όσων τους περίμεναν, η ομιλία «Διατήρηση της Ακεραιότητας υπό Δοκιμή» αποδείχτηκε επίσης πολύ κατάλληλη. Ενώ η συνέλευση βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη, οι εχθροί του λαού του Ιεχωβά ετοιμάζονταν να επιτεθούν.

Μαζεύονται Ξανά Μαύρα Σύννεφα

Δεν είχαν περάσει ούτε τέσσερα χρόνια από τότε που οι αδελφοί απελευθερώθηκαν από τη φυλακή, αλλά το κλίμα άλλαξε ξαφνικά. Το Νοέμβριο του 1948, σε μια συνέλευση περιοχής στο Κάρλοβι Βάρι, στη δυτική Βοημία, εμφανίστηκαν σύννεφα που προμήνυαν θύελλα. Η συνέλευση δεν διακόπηκε. Ωστόσο, ενόσω ο αδελφός Μούλερ εκφωνούσε τη δημόσια ομιλία το απόγευμα της Κυριακής 28 Νοεμβρίου, στα πίσω καθίσματα της αίθουσας κάθονταν πράκτορες της Κρατικής Ασφάλειας με πολιτικά. Την ίδια εκείνη μέρα και ενώ ο αδελφός Μούλερ έτρωγε το βραδινό γεύμα του, τον βρήκε ο Όλντριχ Σκούπινα, επίσκοπος της Εκκλησίας Κάρλοβι Βάρι, και του είπε γεμάτος ανησυχία ότι η Κρατική Ασφάλεια είχε ερευνήσει τα σπίτια αρκετών αδελφών και είχε κατασχέσει τα έντυπά τους.

Ο αδελφός Μούλερ προσπάθησε να τηλεφωνήσει στο Μπέθελ στην Πράγα, αλλά δεν απαντούσε κανείς. Προφανώς κάτι σοβαρό είχε συμβεί και εκεί. Επέστρεψε γρήγορα στην Πράγα. Ωστόσο, καθώς πλησίαζε στο κτίριο του Μπέθελ, είδε δύο άντρες που προσποιούνταν ότι ήταν εργάτες, αλλά στην πραγματικότητα παρακολουθούσαν τον Οίκο Μπέθελ. Στο Μπέθελ συνάντησε έναν αδελφό ο οποίος του ανέφερε ότι αρκετοί πράκτορες της Κρατικής Ασφάλειας είχαν ψάξει όλο το κτίριο και σφράγισαν το γραφείο. Μόλις 45 λεπτά μετά την άφιξή του, εμφανίστηκαν στον Οίκο Μπέθελ δύο αξιωματούχοι του Υπουργείου Εσωτερικών και ανακοίνωσαν ότι το κτίριο είχε κατασχεθεί. Ο αδελφός Μούλερ διαμαρτυρήθηκε, τονίζοντας ότι για να γίνει κατάσχεση πρέπει να υπάρχει δικαστική εντολή. Αφού έφυγαν, μπόρεσε να μεταφέρει μερικά από τα αρχεία που δεν είχε βρει η Κρατική Ασφάλεια στο σπίτι των γονέων του. Αλλά όταν επέστρεψε στο Μπέθελ, ένας πράκτορας της Κρατικής Ασφάλειας τον περίμενε με εντολή να συλλάβει τον ίδιο και τις δύο αδελφές που ήταν μαζί του. Τα άλλα μέλη της οικογένειας Μπέθελ είχαν ήδη συλληφθεί.

Είχε, άραγε, εκδοθεί τόσο γρήγορα δικαστική εντολή; Όχι. Μήνες αργότερα, και ενώ οι αδελφοί ήταν υπό κράτηση, ο αδελφός Κάπινους, ο οποίος ήταν ανάμεσα στους φυλακισμένους, έλαβε μια επιστολή. Αυτή περιείχε την απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών, με ημερομηνία 4 Απριλίου 1949—τέσσερις και πλέον μήνες μετά το συμβάν—για διακοπή των δραστηριοτήτων της Εταιρίας και κατάσχεση των περιουσιακών της στοιχείων.

Παρ’ όλα αυτά, τον Ιούλιο το Ανώτατο Δικαστήριο ανέστειλε την ποινική δίωξη εναντίον των αδελφών λόγω έλλειψης στοιχείων. Η προφυλάκισή τους έληξε. Εντούτοις, οι αδελφοί δεν έφυγαν ελεύθεροι από το κτίριο του Ανώτατου Δικαστηρίου. Δύο αξιωματούχοι του Υπουργείου Εσωτερικών τούς σταμάτησαν και τους πληροφόρησαν πως με απόφαση της Κομμουνιστικής Πολιτικής Επιτροπής θα έπρεπε να πάνε σε στρατόπεδα εργασίας για δύο χρόνια. Ό,τι δεν μπορούσε να επιτευχθεί με νόμιμα μέσα γινόταν πολύ απλά με αυθαίρετα διατάγματα. Ο αδελφός Μούλερ μεταφέρθηκε στο Κλάντνο, όπου εργάστηκε σε ένα ανθρακωρυχείο.

Το κύμα των συλλήψεων που σάρωνε τη χώρα ταλαιπώρησε πολύ τους Μάρτυρες του Ιεχωβά. Εντούτοις, οι προσδοκίες των κομμουνιστών αξιωματούχων δεν επαληθεύτηκαν. Είχαν πει στον αδελφό Μούλερ όταν ήταν στη φυλακή: «Αν κόψουμε το κεφάλι, θα πεθάνει και το σώμα». Πίστευαν ότι αυτός και οι άλλοι υπεύθυνοι αδελφοί ήταν «το κεφάλι», αλλά δεν διέκριναν ότι η πραγματική Κεφαλή της Χριστιανικής εκκλησίας είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός που βρίσκεται στον ουρανό.—Εφεσ. 4:15, 16.

Η Αληθινή Λατρεία Συνεχίζεται

Παρά τις πιέσεις εκείνης της σκοτεινής εποχής, η αληθινή λατρεία δεν σταμάτησε. Σύντομα οι αδελφοί άρχισαν να κάνουν διευθετήσεις ώστε να συνεχιστεί το έργο επίδοσης μαρτυρίας για τον Ιησού ως τον Μεσσιανικό Βασιλιά. Ο Γιόζεφ Σκόχουτιλ, από την Πράγα, εξηγεί: «Λίγες μέρες μετά την έναρξη του διωγμού, με επισκέφτηκε ο αδελφός Γκρος, ένας τοπικός επίσκοπος. Μου έδωσε τα ονόματα δέκα ευαγγελιζομένων και μου ανέθεσε να τους φροντίζω». Αρχικά, συνέχισαν τις προσπάθειες για κήρυγμα από σπίτι σε σπίτι, αλλά σταδιακά έμαθαν άλλες μεθόδους για να κάνουν το έργο.

Μολονότι πολλοί αδελφοί ήταν στη φυλακή, εκείνοι που ήταν ελεύθεροι συνέχισαν να συναθροίζονται. Δεν μπορούσαν να χρησιμοποιούν δημόσια κτίρια, αλλά έκαναν συνελεύσεις με συντομευμένο πρόγραμμα σε μεγάλα διαμερίσματα. Μερικές φορές, διεξήγαν μεγαλύτερες συνελεύσεις στα δάση. Η πρώτη τέτοια συνέλευση διεξάχθηκε στο Όλντριχοφ, κοντά στην πόλη Νέιντεκ, το 1949. Μια βραχώδης πλαγιά παρείχε «φυσικά» καθίσματα για τους 200 παρόντες. Εκεί κοντά υπήρχε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι, ένας αχυρώνας και μια δεξαμενή. Για το βάφτισμα, τοποθέτησαν κάποιο χώρισμα στον αχυρώνα και έτσι δημιούργησαν αποδυτήρια αντρών και γυναικών. Καθάρισαν τη δεξαμενή και τοποθέτησαν ξύλινα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο νερό. Σε εκείνη την περίσταση, βαφτίστηκαν 37 άτομα.

Πώς, όμως, προμηθεύονταν Βιβλικά έντυπα για μελέτη; Μια διαφωτιστική έκθεση του αδελφού Βίκουριλ, από το Τέπλιτσε, αναφέρει: «Το 1950 είχαμε μείνει μόνο τρία άτομα στο Τέπλιτσε. Λαβαίναμε ταχυδρομικά μια γαλλική Σκοπιά από κάποια αδελφή στην Ελβετία. Η επικοινωνία διακόπηκε για λίγο, αλλά αποκαταστάθηκε έπειτα από κάποιο διάστημα. Άρχισα να λαβαίνω επιστολές γραμμένες σε συνθηματική γλώσσα. Σε αυτές τις επιστολές μου ζητούσαν να βρω κάποιον που γνώριζε έναν άλλον, ο οποίος με τη σειρά του γνώριζε ένα τρίτο άτομο, και έτσι αποκαθίστατο η επικοινωνία. Οι υπεύθυνοι αδελφοί βρίσκονταν στη φυλακή, οπότε έπρεπε εμείς να αποκαταστήσουμε τις οργανωτικές επαφές. Ενεργούσαμε χωρίς κανέναν επίσημο διορισμό—ο καθένας έκανε ό,τι ήταν απαραίτητο. Ωστόσο, ποτέ δεν σταματήσαμε να λαβαίνουμε τη Σκοπιά».

Αυτή ήταν η αρχή μιας από τις πιο δύσκολες περιόδους στην ιστορία των Μαρτύρων του Ιεχωβά στη χώρα. Το γεγονός ότι το έργο δεν σταμάτησε οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο χέρι του Ιεχωβά. Μάλιστα, παρά τις πολλές δοκιμασίες, συνέχισε να αυξάνει.

Μια Σύντομη Ανάπαυλα

Αναπάντεχα, στις αρχές του 1950 όλοι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, αδελφοί και αδελφές, απελευθερώθηκαν από τα στρατόπεδα εργασίας. Τι τους περίμενε; Ο αδελφός Μούλερ είπε: «Ένιωσα μια ευχάριστη έκπληξη όταν είδα πόσο καλά είχαν οργανωθεί ενόσω λείπαμε». Το πνεύμα του Ιεχωβά είχε υποκινήσει νεότερους αδελφούς, περιλαμβανομένου του Γιαν Σέμπιν και του Γιάροσλαβ Χάλα, να αναλάβουν με ζήλο την ηγεσία. Ο πατέρας του Γιάροσλαβ είχε συλληφθεί το 1948 (και αργότερα, πέθανε στη φυλακή), αλλά ο Γιάροσλαβ αποτέλεσε παράδειγμα και μεγάλη πηγή ενθάρρυνσης για πολλούς αδελφούς και αδελφές. Διαπίστωσαν ότι ο αριθμός των δραστήριων Μαρτύρων σε όλη τη χώρα (την πρώην Τσεχοσλοβακία) είχε αυξηθεί κατά 52 τοις εκατό μέσα σε δύο χρόνια, από 1.581 σε 2.403. Το επόμενο έτος υπήρξε μια επιπλέον αύξηση 38 τοις εκατό.

Όταν το 1951 εκδόθηκε στην τσεχική το βιβλίο «Έστω ο Θεός Αληθής», σε έξι τμήματα, τέθηκαν οι βάσεις για περαιτέρω αύξηση. Το έντυπο αυτό θα αποτελούσε τη βάση για τη διεξαγωγή οικιακών Γραφικών μελετών. Περιείχε ό,τι χρειάζονταν οι σπουδαστές για να ξεκινήσουν σωστά μια ζωή αφιερωμένη στην υπηρεσία του Ιεχωβά.

Ωστόσο, οι κομμουνιστές αξιωματούχοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι τη δραστηριότητα των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Το 1952 άρχισε άλλη μια εκτεταμένη περίοδος άγριου διωγμού για το λαό του Ιεχωβά.

Ξανά στο «Πύρινο Καμίνι»

Στις 4 Φεβρουαρίου 1952, τις πρώτες πρωινές ώρες, η Κρατική Ασφάλεια συνέλαβε ξανά τον αδελφό Μούλερ. Αυτή τη φορά τον μετέφεραν στη φυλακή με δεμένα μάτια. Αργότερα εκείνος έγραψε: «Τους επόμενους 14 μήνες, μου επέτρεπαν να βγαίνω από την απομόνωση μόνο με δεμένα μάτια. Σχεδόν μέρα παρά μέρα, με πήγαιναν στο γραφείο του ανακριτή. Εκεί με υπέβαλλαν σε πολύωρες ανακρίσεις προσπαθώντας να με πείσουν να ομολογήσω ότι είχα αναμειχθεί σε κατασκοπεία και πως είχα διαπράξει προδοσία. Έγραφαν αναρίθμητες αστυνομικές αναφορές, κατόπιν τις κατέστρεφαν και έγραφαν καινούριες. Οι ανακριτές δοκίμαζαν συνεχώς νέες μεθόδους επιχειρώντας να περιλάβουν στις αναφορές τους έστω και την παραμικρή νύξη για την ενοχή μου. Αρνήθηκα κατ’ επανάληψη να υπογράψω αυτές τις αναφορές. Περίπου 16 χρόνια αργότερα, όταν ήμουν πια ελεύθερος, ένας υπάλληλος από το Υπουργείο Εσωτερικών μου είπε ότι ήμουν σε έναν κατάλογο με εκείνους που έπρεπε να εκτελεστούν. Στις 27 Μαρτίου 1953, με πήγαν με δεμένα μάτια σε ένα δικαστήριο στο Πάνκρατς. Τόσο εμένα όσο και τους δύο συνεργάτες μου μας υπέβαλαν σε φοβερή ψυχολογική πίεση. Η ακροαματική διαδικασία κράτησε δύο μέρες. Διεξάχθηκε με απόλυτη μυστικότητα. Στις θέσεις για το κοινό κάθονταν αποκλειστικά και μόνο ανακριτές από το Υπουργείο Εσωτερικών».

Όπως αποδείχτηκε, η 4η Φεβρουαρίου 1952 ήταν μια μέρα κατά την οποία έγιναν πολυάριθμες συλλήψεις σε όλη την Τσεχοσλοβακία. Εκείνη τη μέρα η Κρατική Ασφάλεια συνέλαβε συνολικά 109 Μάρτυρες του Ιεχωβά (104 αδελφούς και 5 αδελφές).

Ανάμεσα στα άτομα που φυλακίστηκαν εκείνη την ημέρα ήταν η Εμίλιε Ματσίτσκοβα, η οποία αφηγείται: «Στις 4 Φεβρουαρίου 1952, και ενώ ο σύζυγός μου ήταν στο νοσοκομείο, τρεις άντρες και μία γυναίκα από την Κρατική Ασφάλεια ήρθαν στο σπίτι μας στις 3:30 μ.μ. Με συνέλαβαν αμέσως. Ερεύνησαν εξονυχιστικά το σπίτι και κατέσχεσαν ό,τι βρήκαν. Με πήγαν στο Περιφερειακό Αστυνομικό Τμήμα στην Όστραβα. Εκεί υπήρχαν ήδη πολλοί Μάρτυρες. Μας είχαν συλλάβει κατά δεκάδες. Μας έβαλαν σε μερικά φρεσκοασβεστωμένα αλλά δύσοσμα και παγωμένα κελιά, μας έδωσαν κρύο νερό για να πλυθούμε και κατόπιν κλείδωσαν τις σιδερένιες πόρτες. Όπου και αν μας πήγαιναν, μας φορούσαν μαύρα γυαλιά. Έβαζαν κατασκόπους στα κελιά μας, αλλά εμείς μιλούσαμε μόνο για τη Βασιλεία του Θεού. Μάλιστα αυτοί οι καταδότες έψελναν ύμνους της Βασιλείας μαζί μας και προσποιούνταν ότι προσεύχονταν—σε τέτοιο σημείο έφτασαν οι εχθροί μας στην προσπάθειά τους να μας κάνουν να λυγίσουμε, αλλά ο Ιεχωβά μάς ενίσχυε!»

Μια Τερατώδης Δίκη στην Πράγα

Εκείνον τον καιρό γίνονταν πολλές πολιτικές δίκες στην Τσεχοσλοβακία. Οι ποινές που επιβάλλονταν σε εκείνες τις δίκες ήταν εξαιρετικά σκληρές—είτε πολυετής φυλάκιση είτε θάνατος. Η δίκη των Μαρτύρων του Ιεχωβά έγινε στις 27 και 28 Μαρτίου 1953, στη διάρκεια εκείνης της περιόδου. Κεκλεισμένων των θυρών, έγιναν δύο παρωδίες δίκης ορισμένων κύριων επισκόπων των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Η δεύτερη διεξάχθηκε ένα μήνα μετά την πρώτη. Οι ποινές ήταν οι ακόλουθες: «Μούλερ και Φόγκελ: 18 χρόνια κάθειρξης. Οι κατηγορούμενοι Σέμπιν, Γκρος και Χάλα: 15 χρόνια· Νάχαλκα: 12 χρόνια· Νόβακ: 8 χρόνια· και Πόρουμπσκι: 5 χρόνια. Όλοι οι κατηγορούμενοι υπόκεινται σε δήμευση της περιουσίας τους και στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων».

Οι μόνες πληροφορίες που δόθηκαν στο κοινό σχετικά με εκείνες τις δίκες αναφέρονταν στις εφημερίδες. Τι έλεγαν; Ένα παράδειγμα είναι το διαστρεβλωμένο ρεπορτάζ που εμφανίστηκε στις 30 Μαρτίου στην κομμουνιστική εφημερίδα Ο Κόκκινος Νόμος (Rudé právo): «Αμερικανοί ιμπεριαλιστές, οι οποίοι μισούν τη λαϊκή δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας, δεν φείδονται τρόπων για να απομακρύνουν την εργατική μας τάξη από το δρόμο προς το σοσιαλισμό . . . Το περιφερειακό δικαστήριο στην Πράγα ασχολήθηκε με μία μορφή της καταστροφικής δράσης των Αμερικανών ιμπεριαλιστών . . . Δικάστηκαν τα ηγετικά στελέχη μιας θρησκευτικής αίρεσης της οποίας οι οπαδοί αυτοαποκαλούνται Μάρτυρες του Ιεχωβά. Αυτή η οργάνωση που κατευθύνεται από το Μπρούκλιν, στις Η.Π.Α., και έχει απαγορευτεί στη χώρα μας από το 1949 εξαιτίας των φθοροποιών της τάσεων, έχει παρεισάξει στην Τσεχοσλοβακία κοσμοπολίτικες ιδεολογίες οι οποίες υπό το κάλυμμα της αγνής Χριστιανοσύνης αποσκοπούν στο να υποσκάψουν το ηθικό της εργατικής μας τάξης και να προωθήσουν το μίσος απέναντι στο Κράτος και στους νόμους του. Παράλληλα δε έχει αρχίσει να προετοιμάζει τους οπαδούς της για τον τελικό πόλεμο όπου εκείνοι θα παίξουν το ρόλο της πέμπτης φάλαγγας».

Αυτή η διαστρέβλωση των γεγονότων που αποσκοπούσε στη δικαίωση των ενεργειών του δικαστηρίου έθεσε ένα προηγούμενο που βρήκε μιμητές σε όλη τη χώρα.

Βρίσκουν Προβατοειδή Άτομα στις Φυλακές

Ωστόσο, ακόμα και στη φυλακή υπήρχαν ευκαιρίες για μαρτυρία. Χρειαζόταν επινοητικότητα, αλλά οι αδελφοί μας βρήκαν τον τρόπο. Υπήρχαν φυλακισμένοι οι οποίοι ανταποκρίθηκαν ευνοϊκά στη Γραφική αλήθεια. Ένας από αυτούς ήταν ο Φράντισεκ Γιάνετσεκ από το Τσάσλαφ, ο οποίος αφηγείται: «Στη διάρκεια του πολέμου, είχα συμμετάσχει στην αντίσταση. Το 1948, διαφώνησα με την καινούρια μορφή βίας, και εφόσον αντιτάχθηκα ανοιχτά στην αδικία, καταδικάστηκα σε 11 χρόνια κάθειρξη. Στη φυλακή μού επέτρεψαν να έχω μια Αγία Γραφή, και μάλιστα δίδασκα από αυτήν όταν δεν είχα κάποια εργασία. Έτσι, οι αδελφοί νόμιζαν πως ήμουν ιερέας. Μέναμε σε διαφορετικά παραπήγματα, αλλά μερικές φορές κάναμε νυχτοφυλακή μαζί έξω από τα παραπήγματά μας. Κάποιο βράδυ, όταν ήμουν νυχτοφύλακας, έκανε παγωνιά και ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια. Ένας άλλος φυλακισμένος που ερχόταν επίσης να κάνει τη βάρδιά του βγήκε από κάποιο διπλανό παράπηγμα. Του είπα: “Είσαι λοιπόν και εσύ εδώ για να υπηρετείς τον Φαραώ;” “Αλήθεια, ξέρεις ποιος ήταν ο Φαραώ;” με ρώτησε εκείνος. “Ναι, ο άρχοντας της Αιγύπτου”. “Ξέρεις ποιον προσκίαζε;” “Όχι!” “Τότε έλα κοντά και θα σου πω”. Περπατήσαμε μαζί δύο ολόκληρες ώρες, και μου έδωσε μια αναλυτική εξήγηση. Σημείωσα γοργή πρόοδο. Ο Θεός με αγαπούσε και είδε ότι επιθυμούσα να βρω την αλήθεια». Ο Φράντισεκ άρχισε να μελετάει μαζί με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά την Αγία Γραφή, και σύντομα διέθετε 70 με 80 ώρες στην υπηρεσία του Ιεχωβά κάθε μήνα.

Πολλοί που έμαθαν την αλήθεια στη φυλακή βαφτίστηκαν εκεί. Πώς γινόταν αυτό; Ο Λάντισλαφ Σμέικαλ, ο οποίος γνώρισε την αλήθεια ενώ ήταν πολιτικός κρατούμενος, εξηγεί: «Στο ορυχείο όπου δουλεύαμε, είχαμε πρόσβαση στους πύργους ψύξης των τεράστιων συμπιεστών του ορυχείου. Τον Ιούνιο του 1956, βαφτίστηκα μαζί με αρκετούς άλλους στη δεξαμενή ενός τέτοιου πύργου. Δεν ήταν εύκολο, επειδή έπρεπε να γίνει στη διάρκεια ενός σύντομου διαλείμματος πριν από την απογευματινή βάρδια. Πήραμε τα εσώρουχά μας, πήγαμε στον πύργο, βαφτιστήκαμε, αλλάξαμε γρήγορα και κατόπιν παρουσιαστήκαμε για δουλειά». Ήταν ευγνώμονες που ο Ιεχωβά είχε βοηθήσει τους υπηρέτες του να βρουν έναν τρόπο να συμβολίσουν την αφιέρωσή τους υπακούοντας στην εντολή του Ιησού Χριστού.—Ματθ. 28:19, 20.

«Άγιοι» στα Ανθρακωρυχεία

Η απαγόρευση εναντίον των Μαρτύρων του Ιεχωβά επιβλήθηκε με διάφορους τρόπους και διαβαθμίσεις. Δεν ήταν ίδια παντού ή πάντα. Ανεξάρτητα από τις περιστάσεις, οι αδελφοί αγωνίζονταν ενσυνείδητα να διατηρήσουν τη Χριστιανική τους ακεραιότητα. Ως αποτέλεσμα, πολλοί από αυτούς φυλακίστηκαν.

Κατόπιν, το 1958, με ένα κυβερνητικό διάταγμα, οι ανθρακωρύχοι ηλικίας 30 ετών και κάτω απαλλάσσονταν από τη στρατιωτική υπηρεσία. Αντί να περιμένουν μέχρις ότου τους συλλάβουν και τους καταδικάσουν σε κάθειρξη—και πιθανώς σε εργασία στα ορυχεία—μερικοί αδελφοί διατήρησαν κατά κάποιον τρόπο την ελευθερία τους πηγαίνοντας από μόνοι τους να εργαστούν στα ορυχεία. (Παρ. 22:3) Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εργάζονται σε πολλά ορυχεία «άγιοι» ή «ιερείς», όπως αποκαλούσαν οι άνθρωποι αυτούς τους Μάρτυρες. Και επειδή σε ορισμένα ορυχεία υπήρχαν πολλοί Μάρτυρες του Ιεχωβά, άρχισαν να σχηματίζονται ισχυρές εκκλησίες στις οποίες οι αδελφοί αύξαναν σε πνευματική ωριμότητα και γίνονταν ικανοί διάκονοι.

Επί δέκα χρόνια, ο Έντουαρτ Σόμπιτσκα δούλευε σε ένα ορυχείο στο χωριό Κάμενε Ζεχρόβιτσε, κοντά στην πόλη Κλάντνο. Ο Έντουαρτ λέει: «Από όσο θυμάμαι, μέχρι και 30 αδελφοί εργάζονταν στο ορυχείο μαζί μου σε κάποια περίπτωση. Δουλεύαμε διαφορετικές βάρδιες, και είχαμε αποφασίσει να μην κάνουμε πολύ στενή παρέα για να μην ξεχωρίζουμε από τους άλλους εργάτες. Παρ’ όλα αυτά, ο χαρακτηρισμός “άγιοι”, τον οποίο χρησιμοποιούσαν συχνά, τραβούσε πολύ την προσοχή. Μας κορόιδευαν και μας πρόσβαλλαν, αλλά ενδόμυχα μας σέβονταν». Εκεί στα ορυχεία, επωφελούνταν από τις ευκαιρίες που είχαν να δώσουν μαρτυρία, και όταν έβρισκαν ενδιαφέρον, δάνειζαν επίσης στα άτομα πολύτιμα Βιβλικά έντυπα.

Διακοπές με Άλλους Μάρτυρες

Μολονότι εκείνοι οι καιροί ήταν δύσκολοι, οι διακοπές είχαν και αυτές μια θέση στη ζωή του λαού του Ιεχωβά. Όταν σχεδιάζονταν προσεκτικά, αυτές οι διακοπές πρόσφεραν, όχι μόνο σωματική αναζωογόνηση, αλλά και πνευματική εποικοδόμηση. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι συναθροίσεις είχαν το πολύ 10 παρόντες, φανταστείτε πώς ήταν για πιθανώς 30 Μάρτυρες του Ιεχωβά να είναι μαζί μία ή δύο εβδομάδες!

Ήταν σημαντικό να επιλέγονται σοφά όσοι θα προσκαλούνταν. Εκείνοι που κατέστρωναν τα σχέδια προσπαθούσαν να μην προτιμούν τους νέους από τους ηλικιωμένους ή τους αδελφούς από τις αδελφές. Γίνονταν προσπάθειες να συμπεριλαμβάνονται πνευματικά ώριμοι Χριστιανοί αδελφοί, για να παρέχουν την απαιτούμενη επίβλεψη.

Κύριο μέλημα αποτελούσε η ύπαρξη ενός ισορροπημένου πνευματικού προγράμματος. Το καθημερινό πρόγραμμα είχε ως εξής: Πρωινή προσευχή, εδάφιο της ημέρας και ανάγνωση της Αγίας Γραφής. Μερικά απογεύματα υπήρχαν ωριαίες συναθροίσεις. Τα βράδια υπήρχε συνήθως μια πνευματική συγκέντρωση με προκαθορισμένο πρόγραμμα. Την υπόλοιπη μέρα μπορούσαν να κάνουν ό,τι ήθελαν. Μπορούσαν να μελετήσουν, να πάνε για πεζοπορία, για κολύμπι, κτλ. Συνήθως η διακονία συνδυαζόταν με πεζοπορία, αλλά και πάλι τηρούνταν κάποιοι άγραφοι κανόνες. Προσπαθήστε να φανταστείτε μια ομάδα με 20 πεζοπόρους. Στα χωριά, στο δάσος και στους αγρούς έβρισκαν ντόπιους. Όταν συναντούσαν κάποιον, ένας αδελφός ή μια αδελφή έφευγε από την ομάδα και προσπαθούσε να αρχίσει συζήτηση. Η υπόλοιπη ομάδα συνέχιζε το δρόμο της.

Αυτές οι ομαδικές διακοπές είχαν πολύ καλά αποτελέσματα. Ήταν ενισχυτικές για την πίστη και συνέβαλλαν στην επέκταση των καλών νέων. Οι ομαδικές αυτές διακοπές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης ιστορίας των Μαρτύρων του Ιεχωβά σε αυτή τη χώρα. Ωστόσο, οι υπηρέτες του Ιεχωβά δεν μπορούσαν ούτε για μια στιγμή να χαλαρώσουν την πνευματική τους επαγρύπνηση.

Μια Πανούργα Επίθεση

Ο Σατανάς ο Διάβολος, «ο πατέρας του ψέματος», επιζητεί να υποσκάψει την πεποίθησή μας διαστρεβλώνοντας τα γεγονότα και κακοπαριστάνοντας τους πιστούς υπηρέτες του Θεού. (Ιωάν. 8:44) Χρησιμοποίησε αυτή την τακτική για να εξασθενίσει τον αρχαίο Ισραήλ, να στρέψει τους Ιουδαίους του πρώτου αιώνα εναντίον του Χριστού και να προσπαθήσει να διασπάσει την πρώτη Χριστιανική εκκλησία. (Αριθ. 13:26–14:4· Ιωάν. 5:10-18· 3 Ιωάν. 9, 10) Μερικοί άνθρωποι οι οποίοι εξυπηρετούν τους σκοπούς του επιζητούν εξοχότητα για τον εαυτό τους. Άλλοι ίσως πιστεύουν ότι αυτό που λένε είναι σωστό, αλλά εκφράζουν ισχυρές απόψεις ενώ δεν γνωρίζουν όλα τα γεγονότα. Ο Σατανάς μπορεί να χρησιμοποιήσει και τους δύο αυτούς τρόπους, και το έκανε σε αυτή τη χώρα.

Η κατάσταση στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ήταν δύσκολη για τους αδελφούς στην Τσεχοσλοβακία. Πολλοί βρίσκονταν στη φυλακή. Η επικοινωνία με τα παγκόσμια κεντρικά γραφεία των Μαρτύρων του Ιεχωβά είχε διακοπεί. Ορισμένα άτομα με πρωτοβουλία έδιναν κατευθύνσεις που αντανακλούσαν τις προσωπικές τους απόψεις αντί να βασίζονται σταθερά στις Γραφές. (Τίτο 1:9· Ιακ. 3:1) Αντιδρώντας στην πίεση των καιρών, κάποιοι άλλοι έπαιρναν απόλυτη θέση σε διάφορα ζητήματα χωρίς να γνωρίζουν όλα τα γεγονότα. (Παράβαλε Παροιμίες 18:13, 17.) Μερικοί άρχισαν «να παρασύρουν τους μαθητές πίσω τους».—Πράξ. 20:30.

Σχετικά με τα γεγονότα εκείνης της περιόδου, ο αδελφός Μούλερ έγραψε αργότερα: «Κάποια μέρα του Ιανουαρίου του 1956, στη φυλακή Βάλντιτσε, με οδήγησαν σε ένα γραφείο όπου με περίμεναν δύο άντρες. Ισχυρίστηκαν ότι ήταν από το Υπουργείο Εσωτερικών. Προσπάθησαν να με πείσουν ότι έπρεπε να “μετριάσουμε” κάπως μερικές από τις θρησκευτικές διδασκαλίες μας. Δεν μπορούσα να συμφωνήσω με κάτι τέτοιο, και έτσι η συνομιλία ήταν σύντομη. Το 1957 με επισκέφτηκαν δύο άλλοι αξιωματούχοι από το Υπουργείο Εσωτερικών. Αυτή η τρίωρη συζήτηση έγινε με εντελώς διαφορετικό πνεύμα. Μπόρεσα να εξηγήσω σαφώς τις απόψεις και τη στάση των Μαρτύρων σχετικά με διάφορα ζητήματα. Αυτοί ενδιαφέρθηκαν να μάθουν ποια είναι η στάση μας όσον αφορά τη στρατιωτική υπηρεσία, τις μεταγγίσεις αίματος, τα εργατικά σωματεία και αρκετά άλλα πράγματα. Στο τέλος, ένας από αυτούς με ρώτησε: “Κύριε Μούλερ, πιστεύετε ότι μπορούμε να είμαστε φίλοι;” Εγώ αποκρίθηκα: “Οι φίλοι είναι πολύ στενά δεμένοι μεταξύ τους και έχουν πολλά κοινά ενδιαφέροντα. Εμείς οι Μάρτυρες του Ιεχωβά πιστεύουμε στον Θεό. Ωστόσο, εσείς οι κομμουνιστές είστε άθεοι. Δεν έχουμε κάποια κοινή βάση. Αλλά πιστεύω ότι μπορούμε να συνυπάρξουμε”. Ο αξιωματούχος απάντησε: “Χαίρομαι για την απάντησή σας, επειδή αν απαντούσατε διαφορετικά δεν θα σας είχαμε εμπιστοσύνη”. Είχα την εντύπωση ότι υπέβαλαν αυτή την τελευταία ερώτηση για να διαπιστώσουν αν μπορούσε να υπάρξει εποικοδομητικός διάλογος μεταξύ μας στο μέλλον. Και αν γινόταν αυτό, θα είχαμε κάνει ένα βήμα για να βρεθεί μια λύση στο πρόβλημά μας».

Το αποτέλεσμα αυτής της συζήτησης ήταν να υπάρχει πιο ανοιχτή επικοινωνία ανάμεσα σε μερικούς αδελφούς και στις κυβερνητικές αρχές. Ωστόσο, εξαιτίας του κλίματος που επικρατούσε τότε, κάποιοι Μάρτυρες που έμαθαν για αυτές τις συνομιλίες πίστεψαν ότι αυτοί οι υπεύθυνοι αδελφοί είχαν συμβιβαστεί. Αναμφίβολα, μερικοί αντέδρασαν με αυτόν τον τρόπο υποκινούμενοι από την ισχυρή τους επιθυμία να αποφύγουν οποιονδήποτε συμβιβασμό των Χριστιανικών αρχών. Εντούτοις, ορισμένοι οι οποίοι ήταν απόλυτοι εξέφραζαν ανοιχτά τη δυσπιστία τους απέναντι στους αδελφούς που είχαν μιλήσει με τους κυβερνητικούς αξιωματούχους. Αλλά ήταν η δυσπιστία τους βάσιμη;

Αυτό το ζήτημα περιλάμβανε και άλλους παράγοντες. Ο Γιούραϊ Καμίνσκι, ο οποίος υπηρετεί όσια τον Ιεχωβά επί 50 και πλέον χρόνια, εξηγεί: «Αφού συνελήφθησαν οι υπεύθυνοι αδελφοί και πολλοί πρεσβύτεροι, μερικοί από εκείνους που ανέλαβαν την ηγεσία στις εκκλησίες και στις περιοχές άρχισαν να θέτουν κανόνες διαγωγής για τους ευαγγελιζομένους, συντάσσοντας καταλόγους με το τι έπρεπε και τι δεν έπρεπε να κάνουν». Πόσο καλύτερο θα ήταν να είχαν “προωθήσει την υπακοή μέσω πίστης”, όπως έκανε ο απόστολος Παύλος! (Ρωμ. 16:26) Επειδή ο νόμος απαιτούσε από το λαό να ψηφίζει, μερικοί Μάρτυρες πήγαιναν στα εκλογικά κέντρα αλλά, για λόγους συνείδησης, δεν ψήφιζαν υπέρ κάποιου πολιτικού υποψηφίου. Άλλοι νόμιζαν ότι αυτό αποτελούσε συμβιβασμό. Μερικοί από τους αδελφούς, ίσως εύλογα, είχαν ισχυρά αισθήματα κατά των αρχών εξαιτίας της κακομεταχείρισης των Χριστιανών αδελφών τους. Ο αδελφός Μούλερ παρατηρεί: «Με στενοχωρούσε πολύ αυτή η κατάσταση, γι’ αυτό έγραψα ένα γράμμα [από τη φυλακή], το φθινόπωρο του 1957, με σκοπό να βοηθήσω τους αδελφούς να δουν τα πράγματα από τη σωστή οπτική γωνία». Μια παράγραφός του έλεγε:

«Υπάρχει κάτι ακόμα που με στενοχωρεί. . . . Υπενθυμίζω στους αδελφούς ότι σκοπός των συναθροίσεών μας είναι η μελέτη των Γραφών και η εκπαίδευση των Μαρτύρων του Ιεχωβά ώστε να γίνουν καλύτεροι και πιο ικανοί διάκονοι. Σαφώς είναι απαράδεκτο να συζητάμε πολιτικά θέματα ή να εκφράζουμε αντικυβερνητικές απόψεις στις συναθροίσεις, ανεξάρτητα από το πού διεξάγονται και ανεξάρτητα από το αν οι παρόντες είναι μόνο δύο ή είναι περισσότεροι. Αδελφοί, να το θυμάστε αυτό και να μην επιτρέπετε να γίνονται τέτοιες συζητήσεις. Μήπως κάποιος από εσάς εχθρεύεται αυτό το καθεστώς επειδή εγώ και άλλοι αδελφοί είμαστε στη φυλακή; Αν ναι, σας ικετεύω για χάρη μου και για χάρη των άλλων αδελφών να πάψετε να τρέφετε τέτοια αισθήματα. Μην ενδίδετε στην οργή και στο μίσος, επειδή εμείς έχουμε αφήσει την υπόθεσή μας στον Θεό, και το ίδιο να κάνετε και εσείς».—Ρωμ. 12:17–13:1.

Οι πιστοί αδελφοί και αδελφές ενθαρρύνθηκαν πολύ από αυτό το γράμμα. Ο Γιαν Τέσαρζ είπε: «Λάβαμε αυτό το γράμμα το οποίο είχε γραφτεί στη φυλακή το 1957. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος συμβιβασμού, παρά μόνο Χριστιανική λογικότητα!» Εντούτοις, δεν συμμερίζονταν όλοι αυτή την άποψη. Το γράμμα του αδελφού Μούλερ έγινε αντικείμενο αντιλογίας και πολλών εικασιών.

Αποσχίζονται από την Εκκλησία

Αφού δόθηκε γενική αμνηστία στους πολιτικούς κρατουμένους το Μάιο του 1960, οι περισσότεροι Μάρτυρες του Ιεχωβά αποφυλακίστηκαν. Ήταν ένα υπέροχο αίσθημα! Παρά τις απειλές, ξανάρχισαν αμέσως το κήρυγμα των καλών νέων. Πολλοί από αυτούς είχαν στο νου τους το παράδειγμα των αποστόλων του Ιησού Χριστού, οι οποίοι όταν αφέθηκαν ελεύθεροι προσευχήθηκαν να τους δοθεί η απαραίτητη τόλμη για να συνεχίσουν να κηρύττουν το λόγο. (Πράξ. 4:23-31) Αλλά τους περίμεναν νέες δοκιμασίες.

Ανάμεσα στους αδελφούς είχαν δημιουργηθεί αμφιβολίες και δυσπιστία. Όταν ο αδελφός Μούλερ έστειλε κάποια επιστολή στους αδελφούς για να διευκρινίσει τα ζητήματα, μερικοί που είχαν ισχυρές και επικριτικές απόψεις δεν επέτρεψαν να διαβαστεί η επιστολή στις εκκλησίες. Το 1959, ο αριθμός των δραστήριων Μαρτύρων στην Τσεχοσλοβακία ήταν 2.105, αλλά πάνω από 1.000, αν και εξακολουθούσαν να ισχυρίζονται ότι υπηρετούσαν τον Ιεχωβά, δεν το έκαναν αυτό σε ενότητα με τους Χριστιανούς πρώην συντρόφους τους. Εκείνοι που ηγούνταν όσων είχαν αποσχιστεί ισχυρίζονταν μάλιστα ότι είχαν την επιδοκιμασία των κεντρικών γραφείων, στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, και του Ν. Ο. Νορ, τότε προέδρου της Εταιρίας Σκοπιά.

Επιπρόσθετες εξελίξεις ενίσχυσαν τις υποψίες που καλλιεργούσαν για τους Χριστιανούς πρώην συντρόφους τους εκείνοι που είχαν αποσχιστεί. Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι στην Τσεχοσλοβακία είχαν πια συνειδητοποιήσει σε γενικές γραμμές ότι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν ήταν Αμερικανοί κατάσκοποι, όπως τους είχαν κατηγορήσει. Γνώριζαν επίσης ότι δεν ήταν δυνατόν να σταματήσουν τη δράση των Μαρτύρων του Ιεχωβά ή να τους πείσουν να συμβιβάσουν την πίστη τους. Γι’ αυτό, η κυβέρνηση, ένα ολοκληρωτικό κομμουνιστικό καθεστώς, έκανε βήματα για να αρχίσει διάλογος με τους Μάρτυρες. Ήταν ένας επιβεβλημένος διάλογος. Στόχος της Κρατικής Ασφάλειας ήταν να βεβαιωθεί ότι τα θρησκευτικά αισθήματα δεν θα χρησιμοποιούνταν εναντίον του καθεστώτος αλλά, αν ήταν δυνατόν, υπέρ του. Μερικές φορές αυτές οι επαφές γίνονταν κατόπιν κλήσης του αδελφού Μούλερ ή ενός περιοδεύοντα επισκόπου στο αστυνομικό τμήμα για ανάκριση. Άλλες φορές, έδιναν την εντύπωση φιλικών συζητήσεων σε κάποια καφετέρια.

Ορισμένοι παρατηρητές, μη γνωρίζοντας όλα τα γεγονότα, πίστεψαν ότι οι αδελφοί που περιλαμβάνονταν σε αυτές τις συζητήσεις συνεργάζονταν με την Κρατική Ασφάλεια. Μάλιστα τα ονόματα κάποιων από αυτούς τους αδελφούς περιλήφθηκαν σε έναν κατάλογο υποτιθέμενων συνεργατών του καθεστώτος, και αυτοί κατηγορήθηκαν ότι τροποποιούσαν τα άρθρα που δημοσιεύονταν ανάλογα με τις επιθυμίες της Κρατικής Ασφάλειας.

Στοργική Ενθάρρυνση για να “Εκζητούν τον Ιεχωβά”

Ο αδελφός Νορ ενδιαφερόταν βαθιά για το έργο του Κυρίου και για εκείνους που προσπαθούσαν να υπηρετούν πιστά μαζί με την οργάνωση του Ιεχωβά. Στις 7 Δεκεμβρίου 1961, έγραψε μια επιστολή στους αδελφούς στην Τσεχοσλοβακία με την οποία έστρεφε την προσοχή στα εδάφια Μιχαίας 2:12 και Ψαλμός 133:1. Εξηγούσε τη στάση της οργάνωσης σε διάφορα ζητήματα και εξέφραζε την υποστήριξή του σε συγκεκριμένους αδελφούς στους οποίους είχε ανατεθεί ευθύνη. Στην πραγματικότητα, αυτό αποτελούσε μια στοργική παρότρυνση προς τους αδελφούς να “εκζητούν τον Ιεχωβά”—να διακρίνουν πώς ενεργούσε το πνεύμα του Ιεχωβά προκειμένου να εκπληρώνει το λόγο Του και κατόπιν να εργάζονται σε αρμονία με τα μέσα που χρησιμοποιούσε ο Ιεχωβά. (Ζαχ. 8:21) Ακολουθεί μια παράγραφος από αυτή την επιστολή:

«Αγαπητοί μου αδελφοί: . . . Οι πληροφορίες που έχω λάβει δείχνουν ότι οι περισσότεροι αδελφοί στην Τσεχοσλοβακία διατηρούν με θεοκρατικό τρόπο τη Χριστιανική τους ενότητα, αλλά εξαιτίας της περιορισμένης επικοινωνίας, λίγα άτομα επέτρεψαν σε φήμες και σπερμολογίες να δημιουργήσουν ερωτηματικά στις διάνοιές τους με αποτέλεσμα να πάψουν μερικοί να είναι συνεργατικοί ή να δίνουν έκθεση υπηρεσίας αγρού. Κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει τα λίγα αυτά άτομα μόνο σε δυστυχία και προβλήματα, πράγμα που έχει ήδη συμβεί. Γι’ αυτό σας γράφω για να σας πληροφορήσω ότι η Εταιρία αναγνωρίζει τον αδελφό Έιντεϊμ Γιάνουσκα και τον αδελφό Μπόχουμιλ Μούλερ, καθώς και τους αδελφούς που συνεργάζονται με αυτούς, ως τους υπεύθυνους Χριστιανούς επισκόπους στην Τσεχοσλοβακία, και σας παρακαλώ να θυμάστε τα λόγια του Παύλου στα εδάφια Εβραίους 13:1, 7, 17. Αυτοί οι αδελφοί ενδιαφέρονται για εσάς και προσπαθούν να σας βοηθήσουν όλους να είστε πιστοί στον Ιεχωβά Θεό. Ως εκ τούτου, να συνεργάζεστε ταπεινά με αυτούς και αυτοί θα συνεργάζονται με εσάς—όλοι προς αίνο του Ιεχωβά». Δυστυχώς, όμως, λίγο μετά τη λήψη αυτής της επιστολής, χρειάστηκε να αποκοπεί ο Έιντεϊμ Γιάνουσκα επειδή η διαγωγή του ήταν ανάρμοστη για Χριστιανούς.

Μερικοί εκτίμησαν την επιστολή του αδελφού Νορ, αλλά δεν επέτρεψαν όλοι στον εαυτό τους να διορθωθεί από τις συμβουλές του. Στην πραγματικότητα, το 1962 τα προβλήματα κλιμακώθηκαν. Δημοσιεύτηκε στη Σκοπιά μια σειρά άρθρων που εξηγούσε ποιες είναι οι Χριστιανικές ευθύνες πρωτίστως απέναντι στον Θεό και κατόπιν απέναντι στις κοσμικές κυβερνητικές αρχές, «στις ανώτερες εξουσίες» που αναφέρονται στο εδάφιο Ρωμαίους 13:1. Τα όσα δημοσιεύτηκαν αντιπροσώπευαν διόρθωση της κατανόησής μας. Εκείνοι που είχαν φανεί δύσπιστοι και επικριτικοί διέδιδαν ότι τα άρθρα ήταν στην πραγματικότητα επινόηση του αδελφού Μούλερ, υπό την κατεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών. Τι έπρεπε να γίνει; Αντί να αναλώνουν όλο το χρόνο τους προσπαθώντας να πείσουν εκείνους που επί του παρόντος δεν ήθελαν να πειστούν, οι αδελφοί έστρεψαν την προσοχή τους στο κήρυγμα των καλών νέων σε εκείνους οι οποίοι πεινούσαν και διψούσαν για δικαιοσύνη.

Στα μετέπειτα χρόνια, μερικοί από εκείνους που είχαν εγκαταλείψει την οργάνωση διέκριναν την απόδειξη της ευλογίας του Ιεχωβά σε αυτήν και ζήτησαν να επιστρέψουν. Ωστόσο, υπήρχαν και άλλοι οι οποίοι παρέμειναν αποσυνταυτισμένοι μέχρι το 1989, όταν το Κυβερνών Σώμα έστειλε μια φιλάγαθη επιστολή «Προς Όσους Επιθυμούν να Λατρεύουν τον Ιεχωβά και να τον Υπηρετούν με Ενότητα». Η επιστολή επικέντρωνε την προσοχή σε προφητείες όπως αυτές των εδαφίων Ζαχαρίας 8:20, 21 και Ησαΐας 60:22, οι οποίες εκπληρώνονται τώρα. Εξήρε Γραφικές συμβουλές και κανόνες που βρίσκονται στα εδάφια Ματθαίος 24:45-47, 1 Κορινθίους 10:21, 22 και Εφεσίους 4:16. Στη συνέχεια, η επιστολή έλεγε εν μέρει:

«Λυπόμαστε που μαθαίνουμε ότι δεν είστε ακόμα ενεργά συνταυτισμένοι με τη θεοκρατική διευθέτηση και τις διαδικασίες που ακολουθεί ο λαός του Θεού σε όλα τα άλλα μέρη της γης. Σας γράφουμε για να σας ενθαρρύνουμε να δώσετε αποδείξεις της επιθυμίας σας να εργαστείτε σε αρμονία με την ορατή οργάνωση του Ιεχωβά όπως είναι συγκροτημένη παγκόσμια και όπως υφίσταται στη χώρα σας. Μπορείτε να εκδηλώσετε αυτή τη δίκαιη επιθυμία σας αποδεχόμενοι τους αδελφούς που έχουμε επιλέξει. Αυτοί είναι πρόθυμοι να διευθετήσουν ώστε να διαβαστεί αυτή η επιστολή σε εσάς. Μπορείτε να εμπιστευτείτε πλήρως τους αδελφούς που έρχονται σε εσάς και λένε μέσω αυτής της επιστολής ότι είναι εξουσιοδοτημένοι από εμάς. Είναι προνόμιό τους να σας προσκαλούν να επιστρέψετε στο “ένα ποίμνιο” και να μην είστε πλέον αποχωρισμένοι.—Ιωάν. 10:16».

Αυτή η ενέργεια εκ μέρους του Κυβερνώντος Σώματος συνέβαλε σημαντικά στο να αποκατασταθούν και τα τελευταία κατάλοιπα της βλάβης που είχε επιφέρει η πανούργα επίθεση του Σατανά στις εκκλησίες σε έναν καιρό κατά τον οποίο είχε διακοπεί η ελεύθερη επικοινωνία με την υπόλοιπη ορατή οργάνωση του Ιεχωβά.

Οργάνωση και Εκπαίδευση για Περαιτέρω Υπηρεσία

Μετά την αποφυλάκιση των Μαρτύρων το 1960, υπήρχαν ακόμα πολλά να γίνουν σε σχέση με το κήρυγμα των καλών νέων στις περιοχές της Τσεχίας. Για να επιτευχθούν αυτά, ήταν απαραίτητη η κατάλληλη οργάνωση και η καλή εκπαίδευση. Η επίτευξη αυτών των στόχων υπό τις δύσκολες καταστάσεις που επικρατούσαν τότε έδωσε ικανοποιητικές αποδείξεις της στοργικής προστασίας και ευλογίας του Ιεχωβά.

Ένα μεγάλο βήμα προόδου στη θεοκρατική οργάνωση αποτέλεσε η ίδρυση της Σχολής Διακονίας της Βασιλείας το 1961 με σκοπό την παροχή εξειδικευμένης εκπαίδευσης από την Αγία Γραφή στους περιοδεύοντες επισκόπους και στους υπηρέτες εκκλησίας (τώρα είναι γνωστοί ως προεδρεύοντες επίσκοποι). Ο Κάρελ Πέλζακ, από την Πράγα, ο οποίος τότε υπηρετούσε ως επίσκοπος περιοχής, θυμάται την πρώτη τάξη. Επρόκειτο να διεξαχθεί κοντά στο Κάρλοβι Βάρι. Όπως αποδείχτηκε, η Κρατική Ασφάλεια είχε μάθει πού θα διεξαγόταν. Έτσι, την τελευταία στιγμή διευθετήθηκε να συναντηθούν οι αδελφοί σε ένα ιδιωτικό εξοχικό σπίτι.

Εκείνη την εποχή πολλοί νεαροί αδελφοί εκτιμούσαν τη σπουδαιότητα της υπηρεσίας προς τον Ιεχωβά. Μερικοί ωρίμασαν γρήγορα και σύντομα προσκλήθηκαν να ωφεληθούν από τη Σχολή Διακονίας της Βασιλείας. Ένας από αυτούς, ο Γιάρομιρ Λένετσεκ, υπηρετούσε ως οδηγός μελέτης βιβλίου εκκλησίας σε ηλικία 14 ετών. Στα 16, διορίστηκε βοηθός του επισκόπου εκκλησίας, και σε ηλικία 20 ετών προσκλήθηκε να παρακολουθήσει τη Σχολή Διακονίας της Βασιλείας. Τώρα είναι μέλος της Επιτροπής του Τμήματος.

Ένα ακόμα εκπαιδευτικό πρόγραμμα που ξεκίνησε το 1961 συνέβαλε σημαντικά στο να βελτιωθεί η ποιότητα της διακονίας αγρού. Ένας έμπειρος ευαγγελιζόμενος διοριζόταν να εκπαιδεύει ένα λιγότερο έμπειρο ευαγγελιζόμενο. Προετοιμάζονταν μαζί και συνεργάζονταν στην υπηρεσία αγρού. Στόχος ήταν να βοηθηθεί κατάλληλα ο εκπαιδευόμενος ώστε και αυτός, με τη σειρά του, να μπορεί να βοηθάει άλλους. Εκείνη την περίοδο ήταν δυνατή μόνο η ανεπίσημη μαρτυρία, αλλά η εκπαίδευση βοήθησε πολλούς να γίνουν αποτελεσματικοί υμνητές του Ιεχωβά.

Όταν υπάρχει ολοκληρωτικό καθεστώς, η αλληλογραφία συνήθως ελέγχεται σχολαστικά από την κυβέρνηση. Έτσι, στην Τσεχοσλοβακία οι περιοδεύοντες επίσκοποι αποτελούσαν ένα σημαντικό κρίκο στη θεοκρατική επικοινωνία. Κάθε επίσκεψη του επισκόπου περιοχής ήταν ένα πολυπόθητο γεγονός. Ο Έντουαρτ Σόμπιτσκα θυμάται: «Ο περιοδεύων επίσκοπος έπρεπε να έχει μια εργασία, και ως εκ τούτου μπορούσε να συνεργάζεται με τις εκκλησίες κάθε δεύτερη εβδομάδα από την Παρασκευή μέχρι την Κυριακή το βράδυ—συνολικά περίπου 5 ημέρες το μήνα. Αυτό αντιστοιχεί με το χρόνο που δαπανούν οι επίσκοποι περιοχής συνεργαζόμενοι με κάποια εκκλησία μέσα σε μία εβδομάδα στις χώρες όπου δεν υπάρχουν νομικοί περιορισμοί. Γι’ αυτόν το λόγο η κάθε περιοχή αποτελούνταν μόνο από έξι εκκλησίες». Η επικοινωνία με τις εκκλησίες και η ενημέρωσή τους διατηρούνταν μέσω αυτών των αδελφών.

Όταν Έπαυαν να Είναι Προσεκτικοί

Κατά καιρούς, όταν το έργο ευημερούσε, ήταν εύκολο να ξεχάσει κανείς ότι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ήταν ακόμα υπό απαγόρευση. Οι αδελφοί στους οποίους είχε ανατεθεί η επίβλεψη ενθάρρυναν την εκδήλωση σωφροσύνης σε όλες τις δραστηριότητες. Αλλά μερικοί δεν ήταν ικανοποιημένοι με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνταν. Ήθελαν πιο γρήγορα αποτελέσματα.

Κάποια μέρα το 1963 σε ένα πάρκο της Πράγας, δύο αδελφοί συγκέντρωσαν γύρω τους πολλούς ανθρώπους. Ένας από τους αδελφούς ανέβηκε σε ένα παγκάκι και άρχισε να εκφωνεί μια ομιλία. Όταν κάποιος άντρας από το ακροατήριο άρχισε να φέρνει αντιρρήσεις, ο αδελφός τον αποκάλεσε πράκτορα του Διαβόλου. Κατέφθασε η αστυνομία και πήρε τα στοιχεία των αδελφών, αλλά η υπόθεση δεν σταμάτησε εκεί. Αυτό το περιστατικό έδωσε το έναυσμα για μια μεγάλη αστυνομική επιχείρηση. Μέσα σε μερικές μέρες, είχαν συλληφθεί πάνω από 100 αδελφοί και αδελφές από την Πράγα. Αυτό κατέληξε σε δύο πράγματα—σε δίκες και σε ένα μάθημα για τους αδελφούς. Έξι από αυτούς συνελήφθησαν, πέρασαν από δίκη και καταδικάστηκαν.

Το συγκεκριμένο περιστατικό δεν επιβράδυνε τη διακονία, αλλά υπενθύμισε στους αδελφούς την ανάγκη να εκδηλώνουν πρακτική σοφία. (Παρ. 3:21, 22) Αυτό ήταν πολύ σημαντικό στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν άρχισαν να υπάρχουν κάποιες ελπίδες για άρση της απαγόρευσης.

Πλησιάζει η Ελευθερία Λατρείας;

Το έτος 1968 είδε αναπάντεχες αλλαγές. Ανήλθαν στην εξουσία οι λεγόμενοι μεταρρυθμιστές κομμουνιστές και άρχισαν να εργάζονται με σκοπό τον εκδημοκρατισμό. Ο λαός δέχτηκε ευνοϊκά αυτές τις αλλαγές, και άρχισε να γίνεται λόγος για το «ανθρώπινο πρόσωπο του σοσιαλισμού».

Πώς αντέδρασαν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά σε αυτές τις αλλαγές; Επιφυλακτικά. Μολονότι καλοδέχτηκαν τη φιλελευθεροποίηση του συστήματος, ελπίζοντας ότι θα οδηγούσε σε άρση της απαγόρευσης, απέφυγαν τις βιαστικές ενέργειες για τις οποίες μπορεί να μετάνιωναν αργότερα. Αυτή αποδείχτηκε σοφή πορεία. (Παρ. 2:10, 11· 9:10) Έπειτα από οχτώ μήνες σχετικής ελευθερίας, τα στρατεύματα πέντε χωρών που ανήκαν στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας μπήκαν στο έδαφος της Τσεχοσλοβακίας. Περίπου 750.000 στρατιώτες και 6.000 τανκς έβαλαν τέλος στο «ανθρώπινο πρόσωπο του σοσιαλισμού». Οι άνθρωποι απογοητεύτηκαν οικτρά. Ωστόσο, η ουδέτερη στάση των Μαρτύρων του Ιεχωβά στη διάρκεια της ονομαζόμενης «άνοιξης της Πράγας» τους βοήθησε πολύ στα μετέπειτα χρόνια, επειδή οι κυβερνητικές αρχές αναγκάστηκαν να παραδεχτούν ότι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν αποτελούσαν απειλή για την κυβέρνηση.

Το παράξενο είναι ότι ύστερα από αυτά τα γεγονότα οι πολίτες της Τσεχοσλοβακίας είχαν για λίγο καιρό την ευκαιρία να ταξιδεύουν ελεύθερα στη Δυτική Ευρώπη. Πολλοί Μάρτυρες του Ιεχωβά επωφελήθηκαν από αυτή την κατάσταση, κυρίως λόγω των Διεθνών Συνελεύσεων «Επί Γης Ειρήνη» που είχαν διευθετηθεί για εκείνο το έτος. Περίπου 300 αδελφοί και αδελφές από όλη την Τσεχοσλοβακία ταξίδεψαν στη Νυρεμβέργη της Δυτικής Γερμανίας, την πλησιέστερη πόλη όπου θα γινόταν συνέλευση. Αυτό τους έδωσε επιπρόσθετη πνευματική δύναμη. Ωστόσο, πολύ σύντομα, τα σύνορα έκλεισαν και πάλι.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ξεκίνησε μια περίοδος που ονομάστηκε πολιτική ομαλοποίηση. Οι υποστηρικτές του μεταρρυθμιστικού κινήματος του 1968 απομακρύνθηκαν συστηματικά από την πολιτική και την πολιτιστική σκηνή. Επηρεάστηκαν σχεδόν 30.000 άνθρωποι. Περίπου το ένα τέταρτο των υπαλλήλων της Κρατικής Ασφάλειας ήταν υπέρ της μεταρρύθμισης και γι’ αυτό απολύθηκαν. Μερικοί είπαν ότι είχε επανέλθει ο Μεσαίωνας.

Μολονότι αυτή η περίοδος ήταν διαφορετική από τη δεκαετία του 1950, η Κρατική Ασφάλεια παρακολουθούσε και πάλι στενά τη δράση των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Σε μερικές περιοχές της χώρας, αδελφοί φυλακίστηκαν. Οι Μάρτυρες δεν σταμάτησαν να κηρύττουν, αλλά ήταν πιο προσεκτικοί.

«Έξι Χιλιάδες Χρόνια Ανθρώπινης Ύπαρξης»

Το 1969, το περιοδικό Η Σκοπιά στην τσεχική άρχισε να δημοσιεύει μια σειρά άρθρων βασισμένων στο βιβλίο Ζωή Αιώνιος—Εν τη Ελευθερία των Υιών του Θεού. Το 1ο κεφάλαιο, κάτω από τον υπότιτλο «Τελειώνουν Έξι Χιλιάδες Χρόνια Ανθρώπινης Ύπαρξης», περιείχε μια εξήγηση για το Ιωβηλαίο και για τη Βιβλική χρονολόγηση. Αυτή η ύλη επηρέασε θετικά μερικά άτομα· παράλληλα δημιούργησε πολλά ερωτήματα και εικασίες.

Το γραφείο στην Τσεχοσλοβακία έστειλε μια επιστολή σε όλες τις εκκλησίες με ημερομηνία 22 Φεβρουαρίου 1972. Παρουσίαζε μια εκτενή εξήγηση των λόγων για τους οποίους δεν θα έπρεπε να κάνουμε κατηγορηματικές δηλώσεις όσον αφορά την ημέρα που θα ξεσπάσει ο Αρμαγεδδών. Τόνιζε ότι κανένα έντυπο της Εταιρίας δεν είχε πει ότι ο Αρμαγεδδών θα ερχόταν κάποιο συγκεκριμένο έτος. Η επιστολή τελείωνε ως εξής: «Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά σε όλο τον κόσμο είναι εξοικειωμένοι με αυτά τα γεγονότα, και κανένας δεν θα πρέπει να προσθέτει προσωπικούς ισχυρισμούς σε σχέση με το τι θα συμβεί πριν από το 1975 ή στη διάρκειά του. Δεν υπάρχει Γραφική βάση για οποιουσδήποτε τέτοιους ισχυρισμούς οι οποίοι θα μπορούσαν να βλάψουν το έργο κηρύγματος. Αγωνιστείτε, λοιπόν, για “να είστε όλοι ομόφωνοι σε αυτά που λέτε και να μην υπάρχουν διαιρέσεις μεταξύ σας, αλλά να είστε κατάλληλα ενωμένοι με τον ίδιο νου και με τον ίδιο τρόπο σκέψης”. (1 Κορ. 1:10) Επειδή σχετικά με εκείνη την ημέρα και την ώρα κανείς δεν γνωρίζει».—Ματθ. 24:36.

Τι Συνέβη Τελικά

Το Φεβρουάριο του 1975 αρκετοί αδελφοί συνελήφθησαν σε μια επιχείρηση της αστυνομίας. Ακολούθησαν και άλλες συλλήψεις εκείνο το έτος σε διάφορα μέρη της χώρας. Ο Στάνισλαβ Σίμεκ, από το Μπρνο, ο οποίος είχε φυλακιστεί αρκετές φορές προηγουμένως, λέει: «Με συνέλαβαν στις 30 Σεπτεμβρίου 1975, και έκαναν έρευνα τόσο στο διαμέρισμά μου όσο και στο χώρο της εργασίας μου. Η αστυνομία κατέσχεσε πέντε σάκους με έντυπα. Αργότερα έμαθα ότι περίπου 200 πράκτορες της Κρατικής Ασφάλειας είχαν πάρει μέρος σε αυτή την επιχείρηση. Έκαναν έρευνα σε 40 σπίτια και κατέσχεσαν μισό τόνο έντυπα. Μας καταδίκασαν σε 13 με 14 μήνες φυλάκιση».

Οι έρευνες στα σπίτια ήταν πολύ δυσάρεστες. Στα σπίτια των επισκόπων υπήρχαν συνήθως εκθέσεις εκκλησιών, τις οποίες ήταν δύσκολο να τις κρύψουν καλά. Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις, ο Ιεχωβά τύφλωσε τα μάτια εκείνων που ήθελαν να βλάψουν τους υπηρέτες του. Ο αδελφός Μάρζακ, από την πόλη Πίλζεν, θυμάται: «Τότε υπηρετούσα ως επίσκοπος αγρού. Μέσα σε ένα ντουλάπι με βιτρίνα είχα ένα μεγάλο φάκελο με τις εκθέσεις υπηρεσίας αγρού, τις συνεισφορές και έναν κατάλογο με τα ονόματα όλων των πρεσβυτέρων και των διακονικών υπηρετών. Όταν οι άντρες που έκαναν την έρευνα πλησίασαν στο ντουλάπι, η σύζυγός μου με κοίταξε και άρχισε σιωπηλά να ικετεύει τον Ιεχωβά για βοήθεια. Οι άντρες κοίταξαν προσεκτικά μέσα από το τζάμι το μεγάλο γκρι φάκελο, αλλά ήταν λες και είχαν τυφλωθεί τα μάτια τους και δεν τον είδαν. Ευχαριστήσαμε τον Ιεχωβά από τα βάθη της καρδιάς μας για την προστασία του».

Οι σχέσεις των κρατικών αρχών με τους αδελφούς μας είχαν μερικές φορές και την αστεία τους πλευρά. Ο Μίχαλ Φάζεκας, ο οποίος βαφτίστηκε το 1936 και φυλακίστηκε αρκετές φορές, είχε την ακόλουθη εμπειρία: «Το 1975 με καταδίκασαν ξανά. Αυτή τη φορά με έθεσαν υπό αστυνομική επιτήρηση. Ωστόσο, είναι ενδιαφέρον ότι το ίδιο εκείνο έτος, που αποτελούσε την 30ή επέτειο από το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η σύνταξή μου αυξήθηκε σε επιβράβευση του γεγονότος ότι “συνέβαλα στην αποδυνάμωση των ενόπλων δυνάμεων του γερμανικού Ράιχ”, επειδή με είχαν στείλει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης λόγω της Χριστιανικής μου ουδετερότητας».

Χαρτογραφούνται οι Τομείς των Εκκλησιών

Την 1η Φεβρουαρίου 1976, διορίστηκε μια πενταμελής επιτροπή χώρας προκειμένου να φροντίζει για τις δραστηριότητες των Μαρτύρων του Ιεχωβά στην Τσεχοσλοβακία. Αυτή αποτελούνταν από τους Όντρεϊ Κάντλετς, Μίχαλ Μόσκαλ, Μπόχουμιλ Μούλερ (συντονιστής), Άντον Μούριν και Έντουαρτ Σόμπιτσκα.

Αργότερα το ίδιο εκείνο έτος, ο Όντρεϊ Κάντλετς επισκέφτηκε μυστικά το γραφείο τμήματος των Μαρτύρων του Ιεχωβά στη Φινλανδία. Στο Τμήμα Υπηρεσίας, είδε ένα χάρτη της Φινλανδίας που έδειχνε τους τομείς των περιφερειών, των περιοχών και των εκκλησιών. Όταν επέστρεψε και είχε μια συνάντηση με την επιτροπή χώρας, πρότεινε να κάνουν το ίδιο και στην Τσεχοσλοβακία. Ο αδελφός Μούλερ τόνισε με έμφαση ότι ένας τέτοιος χάρτης θα κινούσε τις υποψίες των κυβερνητικών αξιωματούχων προξενώντας ανείπωτη βλάβη. Ο αδελφός Κάντλετς θυμάται: «Δεν επιθυμούσα σε καμία περίπτωση να επαναφέρω το ζήτημα. Αλλά μόλις δύο μήνες αργότερα, το επανέφερε ο ίδιος ο αδελφός Μούλερ». Είχε γίνει εμφανής η ανάγκη για μια τέτοια διευθέτηση. Σύντομα όλες οι εκκλησίες συμμετείχαν σε αυτό.

Αλλά πώς θα μπορούσε να χωριστεί ο τομέας της Τσεχοσλοβακίας που είχε 220 εκκλησίες, 8 περιφέρειες και 35 περιοχές; Το έργο αυτό ανατέθηκε στον Γιάροσλαβ Μπόουντνι από την Πράγα, ο οποίος αφηγείται: «Υπήρχε μεγάλο περιθώριο για προσωπική πρωτοβουλία. Και η συνεργασία με τον αδελφό Μούλερ, ο οποίος ήταν πολύ επιμελής στην εργασία του, ήταν θαυμάσια. Κατενθουσιασμένος και με πολλή προσευχή, αφοσιώθηκα στον καινούριο μου διορισμό. Αυτός απαιτούσε καταγραφή χιλιάδων ορίων για τους τομείς των εκκλησιών και πολλή σχεδιαστική εργασία».

Κάλυψη και Άλλων Τομέων

Μετά την αρχική ανάθεση τομέων στις εκκλησίες, όσες εκκλησίες μπορούσαν να καλύψουν μη ανατεθειμένες περιοχές προσκλήθηκαν να το κάνουν αυτό. Η προθυμία με την οποία πολλές εκκλησίες αποδέχτηκαν αυτόν τον επιπλέον διορισμό ήταν συγκινητική, ειδικά στην περίπτωση των εκκλησιών που βρίσκονταν γύρω από την Όστραβα στη Μοραβία. Μερικοί αδελφοί έπρεπε να ταξιδέψουν 200 χιλιόμετρα για να φτάσουν στον τομέα.

Πώς οργανώθηκε το έργο; Οι αδελφοί πήγαιναν σε αυτούς τους τομείς για ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο—έφευγαν το Σάββατο το πρωί και επέστρεφαν στο σπίτι τους την Κυριακή το απόγευμα. Τα αυτοκίνητα ήταν πάντοτε γεμάτα, και οι αδελφοί κάλυπταν τα έξοδά τους. Οι ευαγγελιζόμενοι μπορούσαν να κάνουν αυτό το ταξίδι κάθε δεύτερη εβδομάδα.

Οι ευαγγελιζόμενοι ενθαρρύνονταν να φέρονται σαν τουρίστες, να αφήνουν το αυτοκίνητό τους έξω από το χωριό, να περπατάνε μόνο προς μία κατεύθυνση μέσα στο χωριό, να αρχίζουν φιλικές συζητήσεις και να στρέφουν διακριτικά τη συζήτηση ώστε να δίνουν μαρτυρία, ενώ σε περίπτωση εναντίωσης έπρεπε να επιστρέφουν στο αρχικό θέμα και να ολοκληρώνουν τη συζήτηση με φιλικό τρόπο. Σε μια περίοδο δέκα ετών, σπάνια υπήρξαν δυσκολίες.

Για να καλυφτούν και άλλοι τομείς, τους ανέθεταν για σύντομες περιόδους σε σκαπανείς που είχαν συστηθεί από τους πρεσβυτέρους. Όπως γινόταν και παλιότερα, συνήθως πήγαιναν για μια εβδομάδα ή περισσότερο. Από τους πρώτους σκαπανείς στην Πράγα ήταν δύο αδελφές, η Μάριε Μπαμπάσοβα και η Κάρλα Παβλίτσκοβα, οι οποίες συνεργάζονταν σχεδόν 30 χρόνια. Η Κάρλα θυμάται: «Η Μάριε πήρε σύνταξη το 1975. Δύο μέρες μετά τη συνταξιοδότησή της, φύγαμε για να κάνουμε σκαπανικό στη Μοραβία. Ήταν περίοδος διωγμού, γι’ αυτό τέτοια μορφή υπηρεσίας μπορούσε να είναι επικίνδυνη, ειδικά εκεί που ήμασταν. Υπηρετούσαμε κοντά στα αυστριακά σύνορα. Μια ντόπια αδελφή μάς συμβούλεψε: “Μην παίρνετε καθόλου έντυπα μαζί σας. Και αν σας συλλάβει κανείς, πείτε του ότι κάνετε ένα ταξιδάκι, και κατόπιν φύγετε από την περιοχή και μη γυρίσετε σε εμένα. Θα σας στείλω τα πράγματά σας αργότερα”. Αλλά ο Ιεχωβά μάς ευλόγησε. Η πρώτη μας εμπειρία σε αυτή τη μορφή υπηρεσίας ήταν θαυμάσια. Κάναμε σκαπανικό με αυτόν τον τρόπο κάθε χρόνο, και μας διόριζαν πάντοτε σε διαφορετικά μέρη».

Μερικές φορές, αυτά τα ταξίδια για σκαπανικό έφερναν μερικούς ακόμα και έξω από τη χώρα τους. «Αδελφέ, υπάρχει ανάγκη στη Βουλγαρία! Μιλάς ρωσικά και έτσι έχεις τα προσόντα για αυτόν το διορισμό». Αυτά είπαν σε κάποιον αδελφό από την Πράγα στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Εκείνος και η σύζυγός του προθυμοποιήθηκαν να ταξιδεύουν τακτικά στη Βουλγαρία, σε μερικές περιπτώσεις ακόμα και δύο φορές το χρόνο, κάνοντάς το αυτό επί 13 χρόνια.

Μήπως δεν είχαν αρκετό έργο να κάνουν στη χώρα τους, και γι’ αυτό έπρεπε να πηγαίνουν οι Τσέχοι ευαγγελιζόμενοι στη Βουλγαρία, όπου οι συνθήκες ήταν πολύ πιο δύσκολες; Είχαν πολλά να κάνουν στην Τσεχοσλοβακία, αλλά παράλληλα είχαν και την ισχυρή επιθυμία να παράσχουν βοήθεια οπουδήποτε χρειαζόταν.

Ο αδελφός από την Πράγα, ο οποίος συμμετείχε σε αυτή τη δραστηριότητα, λέει για το βουλγαρικό αγρό εκείνης της περιόδου: «Οι Βούλγαροι είναι από τη φύση τους πολύ φιλόξενοι. Αυτό μας βοήθησε να συνδεθούμε μαζί τους. Με τον καιρό, καταλάβαμε τι αντιμετώπιζαν. Μετέδιδαν την αλήθεια κυρίως στις οικογένειές τους. Πολλοί από αυτούς δεν είχαν ποτέ σκεφτεί να πλησιάσουν ανθρώπους στο δρόμο. Σε κάποια περίπτωση, όταν διορίστηκα να διεξαγάγω την Ανάμνηση στη Σόφια, επωφελήθηκα από την παρουσία αρκετών ευαγγελιζομένων. Χρησιμοποιώντας εμπειρίες και επιδείξεις, δείξαμε στους ευαγγελιζομένους πώς να κηρύττουν με μεγαλύτερη “ασφάλεια”. Ήταν σημαντικό να μη λέμε: “Μελετώ την Αγία Γραφή”, αλλά μάλλον να ανοίγουμε μια συζήτηση γύρω από ένα ουδέτερο θέμα και να τη στρέφουμε σταδιακά στη Γραφή. Μπορούσαμε να λέμε: “Άκουσα κάπου ότι η Αγία Γραφή λέει . . . ” Οι ευαγγελιζόμενοι δέχτηκαν με χαρά αυτή την καινούρια μέθοδο κηρύγματος, και το άγγελμα για τον Θεό άρχισε να διαδίδεται πέρα από το στενό κύκλο των γνωστών».

Η Γεμάτη Ζήλο Δράση Αναστατώνει τις Αρχές

Οι διώκτες μας αντιλαμβάνονταν αμέσως οποιεσδήποτε έντονες προσπάθειες γίνονταν σε σχέση με το κήρυγμα των καλών νέων, αν και οι αδελφοί προσπαθούσαν να είναι διακριτικοί. Η εκκλησία στο Νέιντεκ, κοντά στο Κάρλοβι Βάρι, τράβηξε την προσοχή των πολιτικών αξιωματούχων και της αστυνομίας. Ο Γιούραϊ Καμίνσκι, ο οποίος υπηρέτησε επί πολλά χρόνια ως περιοδεύων επίσκοπος, λέει: «Κάποια εποχή, μάλιστα, πίστευαν πολύ σοβαρά ότι το έργο σε ολόκληρη τη χώρα κατευθυνόταν από το Νέιντεκ. Οι κομμουνιστές αξιωματούχοι έκαναν τακτικά συσκέψεις για το πώς να σταματήσουν τη δράση μας. Κάποια φορά, ήρθαν ειδικοί από την Πράγα, και έγινε ένα συνέδριο σε κάποιο ξενοδοχείο στο Κάρλοβι Βάρι. Παρευρέθηκαν δύο κυβερνητικοί αξιωματούχοι, εκπρόσωποι υπουργείων και η αστυνομία. Υπήρχαν σχεδόν διακόσιοι παρόντες.

»Ο ομιλητής είχε το βιβλίο μας Αλήθεια στο αναλόγιο. Περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια την οργάνωση των Μαρτύρων του Ιεχωβά, τονίζοντας ότι είμαστε πολύ επιμελείς και ικανοί οργανωτές. Στο αποκορύφωμα αυτού του εγκώμιου για τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, δήλωσε: “Πρέπει να είμαστε καλύτερα οργανωμένοι από αυτούς αν δεν θέλουμε να ξεφύγουν από τον έλεγχό μας!”»

Διωκόμαστε Επειδή Τιμούμε τον Ιησού Χριστό

Ήταν αδύνατον να κρύψουμε την ημερομηνία της Ανάμνησης του θανάτου του Χριστού από την κομμουνιστική αστυνομία. Η Μπόζενα Πιετνίκοβα, η οποία ζούσε στην Πράγα, μας θυμίζει μια τέτοια περίπτωση: «Εκείνη την εποχή, υπήρχαν λίγοι αδελφοί στις εκκλησίες, και έτσι διορίζονταν αδελφές να διεξάγουν συναθροίσεις σε ιδιωτικά σπίτια. Συνήθως ήμασταν το πολύ δέκα παρόντες στη συνάθροιση. Το 1975, ο όμιλός μας επρόκειτο να συναθροιστεί για την Ανάμνηση σε ένα μέρος όπου δεν είχε ξαναγίνει συνάθροιση. Έπειτα από 40 λεπτά περίπου, αναστατωθήκαμε από το χτύπημα του κουδουνιού και από δυνατές κλωτσιές στην πόρτα. Η φασαρία συνεχίστηκε, και η οικοδέσποινα άνοιξε την πόρτα. Τρεις άντρες μπήκαν στο δωμάτιο, δύο ένστολοι αστυνομικοί και ένας με πολιτικά. “Τι έκπληξη! Κυρία Πιετνίκοβα, δεν φανταζόμασταν ότι θα σας βρούμε εδώ! Τι κάνετε εδώ;” ρώτησε ο άντρας με τα πολιτικά. “Γιορτάζουμε την Ανάμνηση του θανάτου του Ιησού Χριστού. Παρακαλώ καθήστε και αφήστε μας να τελειώσουμε τη γιορτή”, απάντησα ήρεμα. Ασφαλώς αρνήθηκαν. Ζήτησαν τις ταυτότητές μας και ανέκριναν διαδοχικά όλους τους παρόντες σχετικά με το λόγο για τον οποίο ήταν εκεί. Κατόπιν ήρθε η σειρά μιας ηλικιωμένης αδελφής για να την ανακρίνουν. Φοβόμουν λίγο για το τι θα έλεγε. Αλλά η απάντησή της ήταν ενθαρρυντική για όλες μας: “Είμαι Μάρτυρας του Ιεχωβά και τιμάω τον Ιεχωβά”, είπε. “Έχε χάρη που είσαι γριά”, απάντησε ο αστυνομικός, ο οποίος έμεινε έκπληκτος από το θάρρος της. Στη συνέχεια, μας ανάγκασαν να φύγουμε, ενώ εγώ έπρεπε να πάω στο τοπικό αστυνομικό τμήμα για να υπογράψω ότι εγώ είχα διεξαγάγει την Ανάμνηση».

Δώδεκα χρόνια αργότερα, το 1987, σε μερικά μέρη της Βοημίας, η Κρατική Ασφάλεια συνέλαβε πολλούς αδελφούς λόγω της Ανάμνησης. Εκείνο που τους ενδιέφερε κυρίως ήταν να μάθουν πού διεξάχθηκε η Ανάμνηση και ποιοι τη διεξήγαγαν. Σε κάποιο μέρος στο τέλος της Ανάμνησης, η αστυνομία έλεγξε τα στοιχεία όλων των παρόντων, ενώ συνέλαβε και ανέκρινε έναν αδελφό. Σε κάποιο άλλο μέρος, απήγγειλαν κατηγορίες σε τρεις αδελφές επειδή επισκέπτονταν μια γυναίκα και «μελετούσαν μαζί της έντυπα μιας απαγορευμένης θρησκευτικής ομάδας—των Μαρτύρων του Ιεχωβά».

Μια άλλη αδελφή, η Μίλουσε Πάβλοβα, καταδικάστηκε σε φυλάκιση στο Πάρντουμπιτσε, όχι επειδή την έπιασαν να κάνει κάτι, αλλά με βάση υποψίες. Ο λόγος που δόθηκε επίσημα για την καταδίκη ήταν ο ακόλουθος: «Η πραγματογνωμοσύνη δείχνει ότι η κατηγορούμενη διένεμε και αντέγραφε απαγορευμένα έντυπα. Το εφετείο επικυρώνει την αρχική απόφαση, προσθέτοντας: “Καταδικάστηκε για παραδειγματισμό τόσο της ίδιας όσο και των άλλων”».

Παροχή Πνευματικής Τροφής

Η παροχή Βιβλικών εντύπων για μελέτη γινόταν με μεγάλη προσοχή στη διάρκεια της κομμουνιστικής εποχής. Ο μέσος Μάρτυρας δεν γνώριζε πώς επιτελούνταν η μετάφραση, η εκτύπωση και η διανομή τους. Οι μεταφραστές και οι διορθωτές, καθώς και εκείνοι που ασχολούνταν με την εκτύπωση και τη βιβλιοδεσία, δεν ήταν γενικά γνωστοί.

Ο μεταφραστής δακτυλογραφούσε κάποιο άρθρο της Σκοπιάς στην τσεχική, το έδινε στο διορθωτή και δεν ξανάβλεπε την ύλη μέχρι τη στιγμή που χρησιμοποιούνταν στις συναθροίσεις. Τα πάντα, περιλαμβανομένων βιβλίων και ειδικών βιβλιαρίων, μεταφράζονταν με αυτόν τον τρόπο. Παρ’ όλα αυτά, η ποιότητα της μετάφρασης ήταν σχετικά καλή. Το περιοδικό Ξύπνα! δεν μεταφραζόταν εκείνη την περίοδο.

Ακόμα και τα πρεσβυτέρια δεν γνώριζαν ποια άτομα από την εκκλησία τους συμμετείχαν στη μετάφραση. Όταν μερικές φορές, λόγω του φόρτου της μεταφραστικής εργασίας, μειωνόταν η δράση αυτών των αδελφών στη διακονία αγρού, οι πρεσβύτεροι προσπαθούσαν να τους βοηθήσουν νομίζοντας ότι οι αδελφοί μάλλον έπασχαν από πνευματική άποψη. Αλλά οι μεταφραστές και οι διορθωτές δεν αποκάλυπταν με τι ασχολούνταν.

Κάτω από αυτές τις πολύ δύσκολες συνθήκες, οι αδελφοί ανέλαβαν ένα αξιοσημείωτο έργο. Μετέφρασαν ολόκληρη τη Μετάφραση Νέου Κόσμου των Αγίων Γραφών στην τσεχική, η οποία από το 1982 ως το 1986 τυπώθηκε και δέθηκε σε πέντε τόμους μέσα στην ίδια την Τσεχοσλοβακία και δόθηκε στους Μάρτυρες—ένα αντίτυπο σε κάθε οικογένεια. Με παρόμοιο τρόπο, έγινε και η εργασία για την έκδοση της Μετάφρασης Νέου Κόσμου στη σλοβακική, η οποία όμως ολοκληρώθηκε αργότερα.

Πώς Άρχισε η Εκτύπωση των Εντύπων

Στη δεκαετία του 1950, αδελφοί που δεν ήταν στη φυλακή κατέβαλλαν μεγάλες προσπάθειες για να εξασφαλίσουν ότι οι Χριστιανοί αδελφοί και αδελφές τους θα τρέφονταν πνευματικά. Για κάποιο διάστημα μετά την επιβολή της απαγόρευσης και τη σύλληψη των υπεύθυνων αδελφών, υπήρχε συνήθως μόνο ένα αντίτυπο της Σκοπιάς το οποίο μοιράζονταν αρκετές εκκλησίες. Η κατάσταση βελτιώθηκε σταδιακά. Αργότερα, υπήρχε ένα αντίτυπο για κάθε εκκλησία, και έπειτα ένα για κάθε οικογένεια. Οι ευαγγελιζόμενοι έφτιαχναν χειρόγραφα αντίτυπα. Δεν είχαν γραφομηχανές.

Ο Γιούραϊ Καμίνσκι, από την Εκκλησία Νέιντεκ, περιγράφει μια χαρακτηριστική κατάσταση που αντιμετώπισαν οι αδελφοί: «Όταν μπόρεσαν τελικά να βρουν μια γραφομηχανή, αυτή ήταν πολύ παλιά. Ο άντρας που τους την πούλησε την ξέθαψε από το έδαφος μπροστά στα μάτια τους. Αργότερα, βρήκαν τρόπους να αγοράσουν καινούριες μηχανές και επίσης εξοπλισμό για μεγέθυνση φωτογραφιών».

Διάφορα άτομα συμμετείχαν στην αντιγραφή των εντύπων. Πολλές αδελφές, μερικές άνω των 70 ετών, έμαθαν δακτυλογράφηση. Οι αδελφοί κατάφερναν να βάζουν κρυφά τα έντυπα στις φυλακές. Το 1958 άρχισαν να παράγουν μινιατούρες της Σκοπιάς σε φωτογραφικό υλικό. Έκρυβαν τουλάχιστον τρία τέτοια αντίγραφα μέσα σε μια πλάκα σαπουνιού ή σε μια οδοντόκρεμα και τα έστελναν στους αδελφούς στη φυλακή. Κατόπιν εκείνοι έφτιαχναν δικά τους χειρόγραφα αντίτυπα και κατέστρεφαν τα πρωτότυπα.

Το 1972, ο Χέρμπερτ Έινταμι προσκλήθηκε να βοηθήσει στην αναπαραγωγή των εντύπων. Διορίστηκε να συντονίζει την παραγωγή των εντύπων για όλη την Τσεχοσλοβακία. Ο ίδιος θυμάται: «Στην αρχή τα έντυπα παράγονταν με το χέρι από εκατοντάδες ευαγγελιζομένους στις εκκλησίες. Στο τέλος—πριν από την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος—είχαμε ένα σύστημα από σύγχρονα, καλά εξοπλισμένα υπόγεια τυπογραφεία, ικανά να παράγουν πολλαπλάσια έντυπα από αυτά που χρειάζονταν τότε».

Ο αδελφός Έινταμι λέει για τον καιρό που χρησιμοποιούσαν τον πρώτο τους πολύγραφο: «Περίπου τέσσερις φορές το χρόνο, έπρεπε να μεταφέρουμε ολόκληρο το τυπογραφείο σε μια προκαθορισμένη τοποθεσία που ήταν δύσκολο να την ανακαλύψουν. Στη διάρκεια μιας “επιχείρησης” η ομάδα τύπωσε, συνέραψε, έδεσε και απέστειλε περίπου 12.000 βιβλία. Οι επιχειρήσεις διαρκούσαν περίπου μία εβδομάδα. Οι εθελοντές σηκώνονταν στις 4:00 π.μ. και συχνά πήγαιναν για ύπνο μετά τα μεσάνυχτα. Όταν ολοκληρωνόταν η επιχείρηση, μετέφερα τα δέματα με τα έντυπα στον πλησιέστερο σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί τα παρέδιδα σε έναν ταχυμεταφορέα, και μερικές φορές έφταναν 600 χιλιόμετρα μακριά».

Αργότερα, στα κέντρα παραγωγής που έστησαν μόνοι τους οι αδελφοί, άρχισαν να κατασκευάζουν μυστικά τους δικούς τους πολύγραφους. Συνολικά, έφτιαξαν 160 τέτοια μηχανήματα, και μερικά τα έστειλαν στους αδελφούς στη Ρουμανία.

Στη δεκαετία του 1980, οι αδελφοί στην Τσεχοσλοβακία άρχισαν να χρησιμοποιούν εκτύπωση όφσετ, η οποία βελτίωσε σημαντικά την ποιότητα της εργασίας τους. Για να το κάνουν αυτό, κατασκεύασαν δικά τους πιεστήρια όφσετ. Μέσα σε ενάμιση χρόνο, είχαν κατασκευάσει 11 τέτοια πιεστήρια, με ηλεκτρονικά ελεγχόμενο σύστημα περιστροφικής τροφοδότησης χαρτιού. Ένα και μόνο πιεστήριο μπορούσε να παράγει 11.000 ποιοτικά αντίτυπα την ώρα.

Έφοδος σε Δύο Τυπογραφεία στην Πράγα

Προς τα τέλη του 1986, η Κρατική Ασφάλεια κατάφερε να εντοπίσει και να κλείσει δύο από τα τυπογραφεία μας. Μετά την έφοδο που έγινε σε ένα από αυτά, παρουσιάστηκε μια έκθεση σε κάποια εσωτερική εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών. Κάποιος φιλικά διακείμενος αστυνομικός έδωσε ένα αντίτυπο στους Μάρτυρες του Ιεχωβά. Η εγκύκλιος άρχιζε με τη συνήθη προπαγάνδα που επιδίωκε να συνδέσει τους Μάρτυρες με ξένα πολιτικά κινήματα. Κατόπιν η έκθεση ανέφερε λεπτομέρειες της αστυνομικής επιχείρησης καθώς και τις ποινές που επιβλήθηκαν στους Μάρτυρες. Τελείωνε με την εξής απρόσμενη παραδοχή: «Οι Ιεχωβίτες φέρονται πολύ καλά σε εκείνους που δεν είναι ομόπιστοί τους. Είναι πρόθυμοι να βοηθούν και είναι εργατικοί, αλλά τίποτα περισσότερο από αυτό. Δεν είναι πρόθυμοι να αναλώσουν τη ζωή τους σε Εργατικά Σοσιαλιστικά Σωματεία και στα παρόμοια. Από όσο γνωρίζουμε κανένας Ιεχωβίτης δεν κλέβει, δεν καπνίζει, δεν μεθάει και δεν παίρνει ναρκωτικά. . . . Ούτε ένας από αυτούς δεν έχει διωχτεί ποινικά για οποιαδήποτε ηθική ή οικονομική παράβαση. Τα μέλη της αίρεσης προσπαθούν να λένε την αλήθεια. Ποτέ δεν αποκαλύπτουν τα ονόματα των άλλων, αλλά τους αποκαλούν “αδελφό” και “αδελφή”. Μιλάνε πάντοτε μόνο για τον εαυτό τους, και αν τους ζητηθεί να δώσουν συγκεκριμένες πληροφορίες σιωπούν, όχι μόνο όταν είναι κατηγορούμενοι αλλά και όταν καλούνται να καταθέσουν ως μάρτυρες».

Ασφαλώς, το σφράγισμα ενός ή δύο τυπογραφείων δεν σταμάτησε το έργο διακήρυξης της Βασιλείας του Θεού. Το έτος 1987 υπήρξαν περαιτέρω αυξήσεις. Ένας νέος ανώτατος αριθμός 9.870 ευαγγελιζομένων επιτεύχθηκε στις περιοχές της Τσεχίας. Κατά μέσο όρο, 699 άτομα συμμετείχαν στην υπηρεσία είτε βοηθητικού είτε τακτικού σκαπανέα.

Ήταν Εφικτή η Νομική Καταχώριση;

Το 1972, όταν διευθετήθηκε παγκόσμια να υπάρχουν πρεσβυτέρια για να επιβλέπουν τις δραστηριότητες της κάθε εκκλησίας των Μαρτύρων του Ιεχωβά, η ίδια διευθέτηση εφαρμόστηκε και στην Τσεχοσλοβακία. Το 1976 διορίστηκε μια πενταμελής επιτροπή χώρας προκειμένου να φροντίζει για τη δραστηριότητα των Μαρτύρων του Ιεχωβά στη χώρα.

Εντούτοις, δεν είχαν καταχωριστεί νομικά ούτε οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ούτε κάποιο σωματείο που θα χειριζόταν τις απαραίτητες οικονομικές υποθέσεις, και έτσι δεν είχαν γραφείο στην Τσεχοσλοβακία από το οποίο θα εκτελούσαν το έργο τους. Γι’ αυτό, το Μάρτιο του 1979, αγοράστηκε στο όνομα δύο Μαρτύρων ένα ημιτελές τριώροφο σπίτι στην Πράγα. Ομάδες 10 ή 12 ατόμων έρχονταν και εργάζονταν εθελοντικά στο σπίτι για μια εβδομάδα. Έρχονταν στην Πράγα ακόμα και από την πολύ μακρινή πλευρά της Σλοβακίας. Μέσα σε έξι μήνες, το κτίριο μπορούσε να κατοικηθεί, και ένα χρόνο αργότερα, ήταν έτοιμο το τμήμα του που θα χρησιμοποιούνταν για γραφείο. Το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως γραφείο μέχρι την άνοιξη του 1994.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, φαινόταν ότι μπορούσαν να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις με σκοπό την επίτευξη νομικής καταχώρισης. Έτσι, την 1η Ιουνίου 1979, παραδόθηκε μια επιστολή στη Γραμματεία των Θρησκευτικών Υποθέσεων, του Εκτελεστικού Γραφείου της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας. Η επιστολή δήλωνε: «Επιτρέψτε μας να υποβάλουμε μια αίτηση της θρησκευτικής ομάδας των Μαρτύρων του Ιεχωβά για ακρόαση. Θα θέλαμε να σας πληροφορήσουμε ότι ορισμένα άτομα που κατέχουν θέσεις ευθύνης μέσα στην οργάνωση των Μαρτύρων του Ιεχωβά θα επιθυμούσαν να συζητήσουν μαζί σας την αποκατάσταση αμοιβαίων σχέσεων μεταξύ αυτής της θρησκευτικής ομάδας και του παρόντος νομικού συστήματος της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας».

Η απάντηση ήρθε σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, και οι συζητήσεις διεξάχθηκαν στις 22 Απριλίου 1980. Στη συνέχεια, υποβλήθηκε αίτηση καταχώρισης της Βιβλικής και Φυλλαδικής Εταιρίας Σκοπιά στο Υπουργείο Εσωτερικών. Εκτός από το καταστατικό, η αίτηση περιείχε ένα υπόμνημα με 13 επαρκώς τεκμηριωμένα σημεία. Το πέμπτο σημείο δήλωνε:

«Εάν το Κράτος αναγνωρίσει τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, ολόκληρες εκκλησίες θα διεξάγουν τις συναθροίσεις τους σε συγκεκριμένους χώρους, κατάλληλους για αυτόν το σκοπό. Οι εκκλησίες δεν θα χρειάζεται να είναι χωρισμένες σε μικρούς ομίλους. Οι συναθροίσεις θα διεξάγονται από άτομα με τα κατάλληλα προσόντα, και έτσι η Εταιρία Σκοπιά θα μπορεί να επιβλέπει καλύτερα τις εκκλησίες της. Επίσης, οι κρατικές αρχές θα γνωρίζουν καλύτερα τις δραστηριότητες των εκκλησιών των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Οι εκπρόσωποι του Κράτους θα μπορούν να έρχονται στις δημόσιες συναθροίσεις όποτε θέλουν για να βεβαιώνονται ότι αυτές οι συγκεντρώσεις είναι ακίνδυνες και ωφέλιμες».

Δεν λάβαμε ποτέ απάντηση σε αυτή την αίτηση.

Εκτεταμένες Ανακρίσεις από την Κρατική Ασφάλεια

Η ατμόσφαιρα το 1985 φανέρωνε ότι υπήρχε κάποια αναστάτωση στο πολιτικό σύστημα. Το σύστημα ήταν πολύ ευαίσθητο σε οτιδήποτε απειλούσε τη σταθερότητά του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ενταθούν οι ανακρίσεις αδελφών. Πολλές από αυτές γίνονταν στην Πράγα. Διάφοροι αδελφοί έλαβαν μια λεγόμενη «προειδοποίηση» από τον αρχηγό της αστυνομίας, κάτι που σήμαινε ότι τους έθεταν υπό συνεχή αστυνομική επιτήρηση.

Στη διάρκεια εκείνου του έτους, οι εκκλησίες έλαβαν πέντε επιστολές από το γραφείο των Μαρτύρων του Ιεχωβά στην Πράγα, οι οποίες ενθάρρυναν φιλάγαθα αλλά και σταθερά τους αδελφούς να τηρούν την αρχή του εδαφίου Φιλιππησίους 4:5: «Η λογικότητά σας ας γίνει γνωστή σε όλους τους ανθρώπους».

Ενδιαφέρουσα Πρόταση από την Κρατική Ασφάλεια

Κατόπιν, στις αρχές του 1988, η Κρατική Ασφάλεια πρότεινε στους τοπικούς υπεύθυνους αδελφούς να διευθετήσουν να επισκεφτεί κάποιος εκπρόσωπος της Εταιρίας από τα παγκόσμια κεντρικά γραφεία ορισμένους αξιωματούχους του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εσωτερικών για ανεπίσημες συνομιλίες. Θέμα συζήτησης θα ήταν «μερικές πλευρές των σχέσεών μας . . . , ως προκαταρκτικό βήμα για πιθανές μελλοντικές συζητήσεις με εξουσιοδοτημένους κρατικούς αξιωματούχους». Αυτή ήταν πράγματι μεγάλη αλλαγή.

Προτού οριστικοποιηθούν οι διευθετήσεις για αυτή τη συνάντηση, διεξάχθηκε στη Βιέννη της Αυστρίας η Συνέλευση Περιφερείας «Θεία Δικαιοσύνη». Εν γνώσει των αρχών, παρευρέθηκε μια σχετικά μεγάλη ομάδα Μαρτύρων από την Τσεχοσλοβακία.

Στο μεταξύ, οι διευθετήσεις για τις συζητήσεις μελών των κεντρικών γραφείων της Εταιρίας με στελέχη του Υπουργείου Εσωτερικών εξελίσσονταν καλά. Τελικά οι δύο πλευρές συναντήθηκαν το πρωί της 20ής Δεκεμβρίου 1988, σε μια αίθουσα συνεδριάσεων στο Ξενοδοχείο Φόρουμ της Πράγας. Εκπρόσωποι της Εταιρίας ήταν ο Μίλτον Χένσελ και ο Θεοντόρ Τζάρας από το Κυβερνών Σώμα, καθώς και ο Βίλι Πολ από το τμήμα της Γερμανίας. Οι αδελφοί από το Κυβερνών Σώμα δεν είχαν μεγάλες προσδοκίες. Γνώριζαν ότι θα χρειαζόταν υπομονή και χρόνος. Εν πάση περιπτώσει, ήταν ένα μεγάλο βήμα προόδου. Αναμφίβολα αυτή η συνάντηση συνέβαλε σημαντικά σε κάτι που συνέβη τον επόμενο χρόνο.

Διευθετήθηκε να γίνουν μεγάλες διεθνείς συνελεύσεις σε τρεις πόλεις της Πολωνίας. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά στην Τσεχοσλοβακία ήθελαν να τις παρακολουθήσουν. Το θέμα συζητήθηκε με αξιωματούχους της Κρατικής Ασφάλειας. Πόσο ενθουσιάστηκαν οι αδελφοί όταν δόθηκε άδεια σε 10.000 από αυτούς να πάνε στην Πολωνία! Αυτός ο αριθμός αντιστοιχούσε με πολύ περισσότερους από τους μισούς Μάρτυρες του Ιεχωβά που υπήρχαν τότε στην Τσεχοσλοβακία. Μερικοί φοβήθηκαν όταν το Υπουργείο Εσωτερικών ζήτησε έναν κατάλογο με όλους όσους θα πήγαιναν. Αλλά εκείνοι που έκαναν αυτό το ταξίδι ενισχύθηκαν πολύ περισσότερο από όσο είχαν φανταστεί—από το πρόγραμμα της συνέλευσης με θέμα «Θεοσεβής Αφοσίωση», από το ενθουσιώδες πνεύμα των παρόντων και από την υπέροχη φιλοξενία των Πολωνών Μαρτύρων.

Συγκεντρώνουμε την Προσοχή στο Θεόδοτο Έργο Μας

Αργότερα το ίδιο εκείνο έτος, στις 17 Νοεμβρίου 1989, ξέσπασε στην Πράγα μια φοιτητική εξέγερση. Το κομμουνιστικό καθεστώς αντέδρασε με ωμή βία, στέλνοντας τις ειδικές αστυνομικές δυνάμεις για να διαλύσουν τους διαδηλωτές στη Νάροντνι τρίντα (Εθνική Λεωφόρος) της Πράγας. Αυτό οδήγησε αυτομάτως σε ένα κίνημα ειρηνικής διαμαρτυρίας εναντίον της κομμουνιστικής κυβέρνησης. Το κίνημα αργότερα ονομάστηκε Βελούδινη Επανάσταση. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά έπρεπε να φανούν ιδιαίτερα προσεκτικοί σε αυτή την περίπτωση, επειδή η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη, και δεν ήταν εύκολο να διατηρήσει κανείς Χριστιανική ουδετερότητα.

Στις 22 Νοεμβρίου 1989, το γραφείο μας στην Πράγα έστειλε μια επιστολή σε όλες τις εκκλησίες στην Τσεχοσλοβακία. Αυτή έλεγε εν μέρει: «Πόσο θαυμάσιο είναι που οι αδελφοί έχουν συγκεντρωμένη την προσοχή τους στο ευαγγελιστικό έργο, μη επιτρέποντας σε τίποτα να τους αποσπάσει από αυτό. . . . Εκτιμούμε βαθιά το καλό έργο των αγαπητών μας αδελφών καθώς και τη φρόνηση με την οποία ενεργούν. Η διακονία τους και τα αποτελέσματά της πιστοποιούν το γεγονός ότι ο Ιεχωβά είναι με τους Μάρτυρές του και σε αυτή τη χώρα. Αυτό είναι σημαντικό για εμάς, και προσευχόμαστε στον Ιεχωβά Θεό να παραμείνουμε στην εύνοιά του. Σας διαβεβαιώνουμε για την αγάπη μας. Δεχτείτε τους αδελφικούς χαιρετισμούς μας». Στο υπηρεσιακό έτος που είχε τελειώσει λίγο προηγουμένως, ο ανώτατος αριθμός ευαγγελιζομένων στις περιοχές της Τσεχίας ήταν 11.394—άλλη μια θαυμάσια αύξηση.

Στα τέλη του 1989, η Τσεχοσλοβακία απέκτησε καινούρια κυβέρνηση. Η επιτροπή της χώρας μας αναζήτησε αμέσως τρόπους για να εδραιώσει νομικά τη θέση των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Ορισμένα μέλη της επιτροπής επισκέφτηκαν το Εκτελεστικό Γραφείο, και το έγγραφο που προέκυψε από αυτή την επίσκεψη ήταν πολύ σημαντικό για εκείνη την περίοδο. Αυτό το έγγραφο, υπογεγραμμένο από κάποιον υπεύθυνο αξιωματούχο, δήλωνε:

«Με βάση μια ανακοίνωση που έγινε από την προπαρασκευαστική επιτροπή της εκκλησίας των Μαρτύρων του Ιεχωβά, λαβαίνουμε υπόψη μας ότι από την 1η Ιανουαρίου 1990 η εκκλησία θα ξαναρχίσει τη δράση της, η οποία είχε διακοπεί από το φασιστικό καθεστώς το 1939 και απαγορεύτηκε εκ νέου στις 4 Απριλίου 1949». Αυτό το έγγραφο ήταν ένα από τα πρώτα βήματα προς τη νομική καταχώριση.

Ο Μακρύς Δρόμος για την Καταχώριση

Μολονότι η κυβέρνηση είχε αναγνωρίσει την ανανέωση των δραστηριοτήτων «της εκκλησίας των Μαρτύρων του Ιεχωβά», χρειάστηκαν σχεδόν άλλα τέσσερα χρόνια υπομονετικών προσπαθειών προτού καταχωριστεί νομικά η Εταιρία στην Τσεχία.

Στις 12 Ιανουαρίου 1990, υποβλήθηκε μια επίσημη αίτηση στο Υπουργείο Πολιτισμού της Τσεχίας για την καταχώριση του Θρησκευτικού Σωματείου των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Η όλη διαδικασία έγινε σε στενή συνεργασία με το Κυβερνών Σώμα, το νομικό τμήμα στα κεντρικά γραφεία και τοπικούς δικηγόρους. Στις 1 και 2 Μαρτίου, ο αδελφός Χένσελ επισκέφτηκε την Πράγα. Συνοδευόμενος από τους αδελφούς Μούριν και Σόμπιτσκα, επισκέφτηκε το γραφείο του πρωθυπουργού και το Υπουργείο Πολιτισμού. Και οι δύο συναντήσεις αποσκοπούσαν στο να δοθεί πρόσθετη βαρύτητα στην αίτησή μας ώστε να επισπευστεί η καταχώριση. Ωστόσο, δεν είχαμε κάποιο χειροπιαστό αποτέλεσμα, επειδή τότε δεν είχαν ψηφιστεί ακόμα καινούριοι νόμοι περί καταχώρισης. Έπειτα από αυτό, δοκιμάσαμε διάφορους τρόπους, περιλαμβανομένων προσφυγών και συνομιλιών με τον πρωθυπουργό.

Στις 19 Μαρτίου 1992, ψηφίστηκε ένας νόμος για την καταχώριση καινούριων θρησκειών και θρησκευτικών σωματείων. Αυτός όριζε ότι η διαδικασία καταχώρισης θα ξεκινούσε μόνο αν η αίτηση του θρησκευτικού σωματείου συνοδευόταν από 10.000 υπογραφές ενήλικων μελών της. (Οι λεγόμενες παραδοσιακές θρησκείες οι οποίες λειτουργούσαν νόμιμα επί δεκαετίες υπό το κομμουνιστικό καθεστώς καταχωρίστηκαν αυτόματα.) Έτσι, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά πληροφορήθηκαν ότι έπρεπε να ξανακάνουν αίτηση, συνυποβάλλοντας όλα τα απαιτούμενα στοιχεία. Στη συνέχεια, την 1η Ιανουαρίου 1993, ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι προκαταρκτικές εργασίες για την καταχώριση, υπήρξε άλλη μια αλλαγή—ο χωρισμός της Τσεχοσλοβακίας σε δύο χώρες, την Τσεχία και τη Σλοβακία. Αλλά τελικά, την Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 1993, το Τσεχικό Πρακτορείο Ειδήσεων έλαβε την ακόλουθη πληροφορία:

«Σήμερα, την 1η Σεπτεμβρίου 1993 και ώρα 10:00 π.μ., εκπρόσωποι του Θρησκευτικού Σωματείου των Μαρτύρων του Ιεχωβά έλαβαν τα έγγραφα της καταχώρισής τους στο Υπουργείο Πολιτισμού της Τσεχίας. Εκπρόσωποι των Μαρτύρων του Ιεχωβά ευχαρίστησαν τα στελέχη του υπουργείου και τους πληροφόρησαν ότι δεν πρόκειται να απαιτήσουν οικονομική υποστήριξη για προσωπικό όφελος, ούτε οποιαδήποτε άμεση οικονομική βοήθεια από το Κράτος. Η καταχώριση τίθεται σε ισχύ από σήμερα».

Αυτή η σημαντική εξέλιξη δημοσιεύτηκε στον τύπο. Σε μερικές εφημερίδες, υπήρχε μόνο ένα σύντομο σχόλιο. Σε άλλες, η είδηση τονιζόταν με επικεφαλίδες όπως: «Οι Ιεχωβίτες Πήραν Αυτό που Περίμεναν» και «Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά Αναγνωρισμένη Θρησκεία». Μήπως αυτό σήμανε το τέλος του διωγμού των Μαρτύρων του Ιεχωβά στην Τσεχία; Κάθε άλλο!

Έπειτα από λίγες μέρες, άρχισε μια εκστρατεία αδίστακτων επιθέσεων από τα μέσα ενημέρωσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι πρωτίστως ο θρησκευτικός τύπος έδινε το ελεύθερο για τέτοιες επιθέσεις εναντίον των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Άρθρα τα οποία φανέρωναν προκατάληψη περιείχαν ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στους Μάρτυρες κατά τη διαδικασία της καταχώρισης σε συνδυασμό με τις απαντήσεις που υπέθεταν οι αρθρογράφοι ότι είχαν δοθεί. Αφενός, διατυπώθηκε η κατηγορία ότι οι εκπρόσωποι της Εταιρίας ισχυρίστηκαν ψευδώς ότι οι Μάρτυρες δεν εξαναγκάζονται να πιστεύουν ή να κάνουν διάφορα πράγματα. Αφετέρου, ειπώθηκε ότι οι απαντήσεις που δόθηκαν ισοδυναμούσαν με απάρνηση των αρχών της ίδιας της οργάνωσης.

Αυτή η εχθρική εκστρατεία σήμανε την έναρξη μιας νέας εποχής, όχι μιας εποχής απάνθρωπων φυλακίσεων, αλλά μιας εποχής γελοιοποίησης των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Αυτός ήταν ένας καιρός κατά τον οποίο κάθε Μάρτυρας του Ιεχωβά θα έπρεπε να αντιμετωπίσει θαρραλέα ένα άλλο είδος επίθεσης εναντίον της πίστης του και της οσιότητάς του στον Ιεχωβά Θεό και στην οργάνωσή Του.

Ενεργώντας με Πίστη

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν περίμεναν να ολοκληρωθεί η νομική καταχώριση για να αρχίσουν να διεξάγουν δημόσιες συναθροίσεις—ακόμα και μεγάλες συνελεύσεις—μέσα στην Τσεχοσλοβακία. Είχαν ενημερώσει τους κυβερνητικούς αξιωματούχους ότι θα ξανάρχιζαν τη δημόσια δράση τους τον Ιανουάριο του 1990. Τον ίδιο εκείνο μήνα διευθετήθηκε ένα ειδικό πρόγραμμα για όλες τις εκκλησίες. Είχε το επίκαιρο θέμα «Να Επωφελείστε από την Υπακοή στις Θεϊκές Εντολές». Αυτή ήταν στην πραγματικότητα μια δίωρη συνέλευση περιοχής. Οι συνελεύσεις ήταν περιορισμένου μεγέθους, αλλά χρησιμοποιήθηκαν νοικιασμένες αίθουσες. Σε κάθε τοποθεσία συγκεντρώθηκαν μία ή δύο εκκλησίες. Την άνοιξη ακολούθησαν μεγαλύτερες συνελεύσεις περιοχής.

Όλα πήγαν καλά με εκείνες τις συνελεύσεις, και έτσι έγιναν διευθετήσεις για μια συνέλευση περιφερείας—μια τετραήμερη πανεθνική συνέλευση—στην Πράγα εκείνο το καλοκαίρι. Για την περίσταση νοικιάστηκε το Στάδιο Έβζεν Ρόσιτσκι, και δύο μέλη του Κυβερνώντος Σώματος, οι αδελφοί Χένσελ και Τζάρας, είχαν μέρος στο πρόγραμμα. Ο ανώτατος αριθμός παρόντων ήταν 23.876 και βαφτίστηκαν 1.824 άτομα. Η συνέλευση ήταν ο απόλυτος θρίαμβος της αγνής λατρείας. Η ατμόσφαιρα έμοιαζε έντονα με εκείνη των πολωνικών συνελεύσεων που είχαν διεξαχθεί το περασμένο έτος, αλλά αυτή διεξαγόταν στον τόπο μας και μάλιστα στην τσεχική και στη σλοβακική γλώσσα! Η βαθιά συναισθηματική επίδραση της περίστασης εκδηλώθηκε με χαμόγελα και με δάκρυα εγκάρδιας εκτίμησης.

Επί 40 χρόνια, οι λέξεις «Μάρτυρες του Ιεχωβά» ακούγονταν μόνο ψιθυριστά στους δημόσιους χώρους στην Τσεχοσλοβακία. Είχαν διαδοθεί απίστευτες φήμες για αυτή την ομάδα, η οποία συχνά χαρακτηριζόταν «παράνομη αίρεση». Τώρα όλοι, περιλαμβανομένων και των δημοσιογράφων, μπορούσαν να δουν από πιο κοντά τους Μάρτυρες. Οι ειδήσεις στον τύπο σχετικά με τη συνέλευση ήταν κατά κύριο λόγο ευνοϊκές. Φανέρωναν έκπληξη για τα όσα έκαναν οι Μάρτυρες στο στάδιο πριν από τη συνέλευση. Είχαν εργαστεί δύο μήνες—περίπου 9.500 εθελοντές δαπάνησαν 58.000 ώρες για να το καθαρίσουν εξονυχιστικά, να επισκευάσουν τους πάγκους, να βελτιώσουν το αποχετευτικό σύστημα και να ασβεστώσουν όλο το στάδιο. Ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας Βέτσερνι Πράχα εντυπωσιάστηκε με τα χαμογελαστά πρόσωπα, την αρμονική συνύπαρξη ανθρώπων από όλα τα μέρη της Τσεχοσλοβακίας και από άλλες χώρες, καθώς και με την καθαρή τους ομιλία.

Εκείνο το έτος συνέβη άλλο ένα σημαντικό γεγονός. Στις 30 Αυγούστου 1990, έγινε η αφιέρωση μιας Αίθουσας Βασιλείας—της πρώτης στη χώρα—για την Εκκλησία Μπέχινιε.

Όλα αυτά οδήγησαν σε άλλο ένα πραγματικά καταπληκτικό γεγονός.

Μια Αξέχαστη Συνέλευση

Έγιναν σχέδια να διεξαχθεί μια διεθνής συνέλευση των Μαρτύρων του Ιεχωβά στην Πράγα από τις 9 ως τις 11 Αυγούστου 1991! Το πρώτο βήμα ήταν η ενοικίαση κάποιου σταδίου. Ποιο θα ήταν αυτό το στάδιο; Το Στάδιο Σπάρτακιαντ της Πράγας, ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο. Επειδή οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν ήταν ακόμα νομικά καταχωρισμένοι στην Τσεχοσλοβακία, ολόκληρο το στάδιο νοικιάστηκε ιδιωτικά από τον Άντον Μούριν, τότε συντονιστή της επιτροπής της χώρας. Αυτή ήταν μια θαρραλέα πράξη. Ήταν μια πράξη ισχυρής εμπιστοσύνης στον Ιεχωβά, και ο Ιεχωβά την ευλόγησε.

Το Τμήμα Καταλυμάτων θα είχε ένα κολοσσιαίο έργο να επιτελέσει, και η επίβλεψή του ανατέθηκε στον Λούμπομιρ Μούλερ. Οι αδελφοί από το Κυβερνών Σώμα γνώριζαν καλά τη σπουδαιότητα των καλών καταλυμάτων. Έτσι, οι αδελφοί Χένσελ και Τζάρας ανέλαβαν προσωπικά τον έλεγχο των προτεινόμενων ξενοδοχείων σε όλη την Πράγα. Μπήκαν στα δωμάτια των ξενοδοχείων και δοκίμασαν ακόμα και τα κρεβάτια. Τα ξενοδοχεία με κοινά μπάνια και τουαλέτες στο διάδρομο απορρίπτονταν. Γιατί; Ο αδελφός Χένσελ εξήγησε: «Υπό φυσιολογικές συνθήκες θα ήταν κατάλληλα, επειδή οι πελάτες έρχονται και φεύγουν σε διαφορετικές ώρες. Οι εκπρόσωποι της συνέλευσης, όμως, γενικά φεύγουν και επιστρέφουν την ίδια ώρα. Μπορείτε να φανταστείτε τι θα γινόταν στις τουαλέτες; Δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό στους αδελφούς μας». Οι τοπικοί οργανωτές έλαβαν πρακτική εκπαίδευση όταν είδαν μέλη του Κυβερνώντος Σώματος να εκδηλώνουν προσωπικό ενδιαφέρον για την άνεση κάθε εκπροσώπου.

Ο ανώτατος αριθμός παρόντων σε αυτή τη Διεθνή Συνέλευση «Άνθρωποι που Αγαπούν τη Θεϊκή Ελευθερία» ήταν 74.587. Από αυτούς, 29.119 ήταν από την Τσεχοσλοβακία, 26.716 από τη Γερμανία και 12.895 από την Πολωνία. Οι υπόλοιποι 5.857 εκπρόσωποι ήρθαν από 36 άλλες χώρες. Ήταν θαυμάσιο να βλέπει κανείς να βαφτίζονται 2.337 καινούρια άτομα, περιλαμβανομένων 1.760 από την Τσεχοσλοβακία, 480 από τη Γερμανία και 97 από την Πολωνία.

Το αποκορύφωμα ολόκληρης της συνέλευσης ήταν αυτό που συνέβη το Σάββατο 10 Αυγούστου. Αυθόρμητα, ολόκληρο το τμήμα με τους Τσεχοσλοβάκους αδελφούς σηκώθηκε και ξέσπασε σε ένα βροντερό χειροκρότημα, το οποίο συνεχίστηκε αδιάκοπα επί δέκα ολόκληρα λεπτά! Τα πρόσωπα έλαμπαν από χαρά. Ποιος ήταν ο λόγος για όλα αυτά; Ο Άλμπερτ Σρόντερ, μέλος του Κυβερνώντος Σώματος, παρουσίασε στο τέλος μιας ομιλίας του ένα καινούριο βιβλίο στην αγγλική—γεγονός που δημιούργησε κάποια απογοήτευση—αλλά κατόπιν εξέπληξε τους παρόντες ανακοινώνοντας την καινούρια επίτομη έκδοση της Μετάφρασης Νέου Κόσμου στην τσεχική και στη σλοβακική! Δάκρυα χαράς κυλούσαν στα πρόσωπα πολλών παρόντων.

Η συνέλευση χαράχτηκε ανεξίτηλα στις καρδιές των εκπροσώπων. Και τι θα πούμε για τον τύπο; Όπως πάντα, άλλα δημοσιεύματα φανέρωναν προκατάληψη και άλλα ήταν φιλικά. Τη Δευτέρα 12 Αυγούστου, μια εφημερίδα ανέφερε τα εξής σε ένα άρθρο με τίτλο «Το Στράχοφ Ήταν Κατάμεστο»:

«Από την Παρασκευή μέχρι την Κυριακή, διεξάχθηκε στην Πράγα μια διεθνής συνέλευση των Μαρτύρων του Ιεχωβά, στην οποία παρευρέθηκαν 75.000 εκπρόσωποι από όλες τις γωνιές της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ιαπωνίας. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά είναι δραστήριοι στην Τσεχοσλοβακία από το 1912. Οι εκπρόσωποι των Μαρτύρων του Ιεχωβά ξεχώρισαν για τη στοχαστικότητα και την αυτοπειθαρχία τους. Η συνέλευση ήταν εύτακτη και πολύ καλά οργανωμένη. Μολονότι άρχισε να βρέχει στη διάρκεια του βαφτίσματος το Σάββατο, οι παρόντες παρέμειναν στις θέσεις τους και καλωσόρισαν τα νέα μέλη με παρατεταμένο χειροκρότημα».

Παρ’ όλα αυτά, έπρεπε να περάσουν άλλα δύο χρόνια για να επιτευχθεί η νομική καταχώριση.

Καιρός για Επέκταση

Μολονότι οι νομικές διαδικασίες προχωρούσαν αργά, οι ανάγκες της θεοκρατικής οργάνωσης αυξάνονταν καθώς μεγάλωνε η δραστηριότητά της σε αυτή τη χώρα. Από το 1980 οι αδελφοί χρησιμοποιούσαν ένα τριώροφο κτίριο στην Πράγα ως κεντρικό γραφείο, με περιορισμένη χωρητικότητα. Όταν το έργο άρχισε να γίνεται με μεγαλύτερη ελευθερία το 1990, ανακαίνισαν το κτίριο. Αναδιαμόρφωσαν το χώρο ώστε να μην υπάρχουν διαμερίσματα και μετέτρεψαν ολόκληρο το κτίριο σε γραφεία. Αλλά τι είδους γραφεία; Τα μεγαλύτερα δωμάτια χωρίστηκαν με ξύλινα διαχωριστικά σε μικρότερους χώρους εργασίας. Αυτοί χρησιμοποιούνταν όχι μόνο ως γραφεία αλλά και ως υπνοδωμάτια για τους εθελοντές· έτσι, το κρεβάτι τους ήταν ακριβώς δίπλα στο τραπέζι όπου έγραφαν. Χρειαζόταν περισσότερος χώρος.

Την άνοιξη του 1993, δωρήθηκε στην Εταιρία ένα καινούριο δεκαώροφο κτίριο στην Πράγα για να χρησιμοποιηθεί στην προώθηση της Βιβλικής εκπαίδευσης. Εθελοντές από όλα τα μέρη της χώρας συμμετείχαν στην αναδιαμόρφωσή του. Στις 28 και 29 Μαΐου 1994, διεξάχθηκε το πρόγραμμα της αφιέρωσης. Προσκλήθηκαν δεκάδες Μάρτυρες του Ιεχωβά οι οποίοι επί πολλά χρόνια είχαν διατηρήσει την οσιότητά τους στον Ιεχωβά υπό το κομμουνιστικό καθεστώς. Ο Άλμπερτ Σρόντερ, από το Κυβερνών Σώμα, είχε μέρος στο πρόγραμμα, και υπήρχαν και άλλοι παρόντες από την Αυστρία, τη Βρετανία, τη Γερμανία, τη Δανία, την Ελβετία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Ουκρανία, την Πολωνία και τη Σλοβακία.

Όταν η Τσεχοσλοβακία διαιρέθηκε σε δύο διαφορετικές χώρες το 1993, και τις δύο χώρες εξακολουθούσε να τις υπηρετεί μία επιτροπή χώρας, υπό την επίβλεψη του τμήματος της Αυστρίας. Ωστόσο, οι συνθήκες άλλαζαν και στις δύο χώρες. Το επόμενο έτος διορίστηκε επιτροπή χώρας σε καθεμιά από αυτές τις χώρες. Κατόπιν, την 1η Σεπτεμβρίου 1995, άρχισε να λειτουργεί γραφείο τμήματος στην Τσεχία. Ο Γιαν Γκλούκσελιγκ, ο Όντρεϊ Κάντλετς, ο Γιάρομιρ Λένετσεκ, ο Λούμπομιρ Μούλερ και ο Έντουαρτ Σόμπιτσκα διορίστηκαν από το Κυβερνών Σώμα να υπηρετούν στην Επιτροπή του Τμήματος. Αργότερα, ο Λούμπομιρ Μούλερ διορίστηκε σε κάποια ειδική υπηρεσία στη Ρωσία, και ο Πέτερ Ζίτνικ διορίστηκε νέο μέλος της Επιτροπής του Τμήματος στην Τσεχία.

Αίθουσες Βασιλείας «Ταχείας Ανέγερσης»

Οι εκκλησίες των Μαρτύρων του Ιεχωβά χρειάζονταν χώρους για να συναθροίζονται. Το να βρεθούν κατάλληλοι χώροι για τέτοιες συναθροίσεις δεν είναι εύκολο στην Τσεχία. Πολλοί ιδιοκτήτες αιθουσών αρνούνται να τις νοικιάσουν στους Μάρτυρες του Ιεχωβά. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην παροδηγητική προπαγάνδα, παλιά και σύγχρονη, εναντίον των Μαρτύρων. Γι’ αυτό, πολλές εκκλησίες αναζητούν ευκαιρίες για να χτίσουν τη δική τους αίθουσα ή για να ανακαινίσουν ένα παλαιότερο κτίριο. Από όλες τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή νέων κτιρίων, πιο πρακτική αποδείχτηκε η μέθοδος της ταχείας ανέγερσης. Στις 20 Νοεμβρίου 1993, έγινε η αφιέρωση της πρώτης Αίθουσας Βασιλείας που χτίστηκε με αυτόν τον τρόπο στην Τσεχία. Η αίθουσα κατασκευάστηκε στην πόλη Σέζιμοβο Ούστι και χρησιμοποιείται από δύο τοπικές εκκλησίες.

Ο αριθμός των Αιθουσών Βασιλείας αυξάνεται σταθερά. Το Μάιο του 1999, οι 242 εκκλησίες όλης της χώρας χρησιμοποιούσαν 84 Αίθουσες Βασιλείας που ανήκουν στους Μάρτυρες. Οι αδελφοί και οι αδελφές στην Τσεχία γνωρίζουν καλά ότι δεν θα μπορούσαν να έχουν χτίσει τόσο πολλές και όμορφες Αίθουσες Βασιλείας χωρίς οικονομική βοήθεια από υπηρέτες του Ιεχωβά σε άλλες χώρες. Η γενναιοδωρία της διεθνούς αδελφότητάς μας έχει συγκινήσει βαθιά τις καρδιές των Τσέχων αδελφών. Αυτοί επιθυμούν διακαώς να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στους αδελφούς τους σε άλλες χώρες και στον Ιεχωβά, ο οποίος εμφυσεί ένα τέτοιο πνεύμα στις καρδιές των υπηρετών του και έχει δημιουργήσει μια τέτοια υπέροχη οργάνωση.—2 Κορ. 8:13-15.

Οι Κρυφές Παγίδες της Ελευθερίας

Η ευφορία για την πτώση του κομμουνισμού το 1989 έχει ξεθυμάνει εδώ και καιρό, και έχουν ανακύψει πολλά καινούρια προβλήματα. Αφενός, υπάρχει η άλλοτε άγνωστη δυνατότητα της απόκτησης πλούτου με σκληρή εργασία. Αφετέρου, υπάρχει κοινωνική ανασφάλεια, ένα ταχύτατα αυξανόμενο ποσοστό εγκληματικότητας, πληθωρισμός και άλλοι αρνητικοί παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Η συνεχής βελτίωση του βιοτικού επιπέδου προάγει τον υλισμό, την ανταγωνιστικότητα και το φθόνο. Πολλοί κάτοικοι των πόλεων έχουν κάποιο εξοχικό όπου τους αρέσει να περνάνε κάποιο χρόνο. Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι κάνουν ακριβές διακοπές στο εξωτερικό. Η νεοαποκτημένη δημοκρατία έχει δώσει στους ανθρώπους την ελευθερία να επικρίνουν το καθετί ανά πάσα στιγμή. Έχει ανοίξει το δρόμο για την προώθηση ανήθικου τρόπου ζωής. Υπό τον κομμουνισμό αυτό ήταν αδιανόητο. Οι άνθρωποι δεν ήταν προετοιμασμένοι για κάτι τέτοιο, η καινούρια κατάσταση τους κατέλαβε εξ απροόπτου και μερικοί από αυτούς έχουν εξουθενωθεί.

Αυτό το πνεύμα έχει επηρεάσει επίσης και μερικούς Μάρτυρες του Ιεχωβά. Ορισμένοι σταμάτησαν να υπηρετούν τον Ιεχωβά επειδή απορροφήθηκαν σε έναν υλιστικό τρόπο ζωής, έδωσαν υπερβολική προσοχή σε κοινωνικές δραστηριότητες, απομακρύνθηκαν από τους υψηλούς Γραφικούς κανόνες για το γάμο ή άρχισαν να επικρίνουν τα πάντα—περιλαμβανομένων και των θεοκρατικών διευθετήσεων του Ιεχωβά. Άλλοι οι οποίοι επέλεξαν να παραμείνουν στην οργάνωση επιχείρησαν να αναμορφώσουν τις εκκλησίες για να ταιριάζουν στο δικό τους τρόπο σκέψης. Ασφαλώς, αυτό προξένησε αναστάτωση, αλλά τα πράγματα τελικά επανορθώθηκαν από σταθερούς επισκόπους.

Στην Τσεχία σήμερα, εκείνοι που προσπαθούν να υπηρετούν τον Θεό διαπιστώνουν ότι περιβάλλονται από μια αθεϊστική κοινωνία η οποία διαπνέεται από τη θεωρία της εξέλιξης. Είναι μια κοινωνία στην οποία η θρησκεία θεωρείται παιδαριώδης παράδοση ή φιλοσοφική εκκεντρικότητα. Κάποια εχθρικά μέσα ενημέρωσης επιτίθενται διαρκώς στους Μάρτυρες του Ιεχωβά. Αυτό δημιουργεί ισχυρότατες δοκιμασίες της πίστης, όμοιες με εκείνες που υφίσταντο οι αδελφοί όταν είχαν να αντιμετωπίσουν το καμίνι των ναζιστικών και κομμουνιστικών φυλακών και τις μηχανορραφίες όσων χρησιμοποιούσαν αυτά τα μέσα. Η συντριπτική πλειονότητα των Μαρτύρων του Ιεχωβά στάθηκε σταθερή στην πίστη όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με αυτές τις δοκιμασίες.

Παρά τη στάση που τηρούν πολλοί απέναντι στα θρησκευτικά θέματα, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Τσεχίας έβγαλε μια σημαντική δικαστική απόφαση την άνοιξη του 1999. Ένα άρθρο στην τσεχική εφημερίδα Λίντοβε Νόβινι της 11ης Μαρτίου 1999 εξήγγελλε: «Η Κοινή Λογική Διαδίδεται από το Μπρνο», την έδρα του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Το δικαστήριο αποφάσισε ότι κανένας αντιρρησίας συνείδησης δεν θα δικάζεται δύο φορές για άρνηση στρατιωτικής υπηρεσίας. Αυτό φέρνει κάποια ανακούφιση σε αρκετούς Μάρτυρες του Ιεχωβά. Η έκβαση αυτής της υπόθεσης έχει αναγνωριστεί ευρέως ως μια θετική συνεισφορά των Μαρτύρων του Ιεχωβά στο νομικό σύστημα της Τσεχίας.

Τους Ωθεί η Αγάπη

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά στην Τσεχία συνεχίζουν να μεταδίδουν τα καλά νέα της Βασιλείας του Θεού στους συνανθρώπους τους. Επιθυμία τους είναι να βοηθήσουν πολύ περισσότερους να γνωρίσουν τον στοργικό μας Θεό, τον Ιεχωβά, και να εκτιμήσουν τις θαυμάσιες προμήθειες που έχει κάνει για όλους όσους ασκούν πίστη. Για να τους πλησιάσουν, όμως, οι Μάρτυρες συχνά πρέπει να ανασκευάζουν την εντύπωση που έχουν οι άνθρωποι—η οποία διαμορφώνεται από τις συνεχείς συκοφαντίες—ότι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά είναι «επικίνδυνη αίρεση». Ίσως επίσης χρειάζεται να αντικρούουν το αίσθημα περιφρόνησης για τη θρησκεία γενικά, το οποίο είναι αποτέλεσμα ολόκληρων δεκαετιών αθεϊστικού καθεστώτος. Έχουν επιτυχία;

Είναι αξιοσημείωτο ότι το 1999, όταν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, που ήταν τότε 16.054, συγκεντρώθηκαν στις 242 εκκλησίες τους για να γιορτάσουν την Ανάμνηση του θανάτου του Ιησού Χριστού, τους συντρόφευσαν χιλιάδες άλλα άτομα. Οι παρόντες ήταν συνολικά 31.435.

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά επιθυμούν να βοηθήσουν τον καθένα από αυτούς να τρέχει με επιτυχία και υπομονή το Χριστιανικό αγώνα. Ενώ κηρύττουν στο κοινό, προσπαθούν επίσης να βοηθούν ο ένας τον άλλον να παραμένουν σταθεροί στην πίστη. Γνωρίζουν καλά πως όταν ο Ιησούς περιέγραφε τα γεγονότα των ημερών μας είπε: «Μέσω της υπομονής σας θα αποκτήσετε τις ψυχές σας». (Λουκ. 21:19) Επίσης, ο απόστολος Πέτρος έγραψε υπό θεία έμπνευση: «Το τέλος, όμως, όλων των πραγμάτων έχει πλησιάσει. Να είστε σώφρονες, λοιπόν, και να αγρυπνείτε σε σχέση με τις προσευχές. Πάνω από όλα, να έχετε έντονη αγάπη ο ένας για τον άλλον». (1 Πέτρ. 4:7, 8) Αυτή η αγάπη εξακολουθεί να τους ωθεί να μεταδίδουν τις πολύτιμες Γραφικές αλήθειες σε άλλους και να παραμένουν ενωμένοι με άρρηκτους Χριστιανικούς δεσμούς.

[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 165]

«Ποτέ δεν μετάνιωσα που έμεινα. Με τον καιρό, κατάλαβα ότι αυτό ήταν το μέρος όπου ανήκα»

[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 168]

«“Αν θέλετε να τουφεκίσετε έναν στους δέκα, τότε τουφεκίστε μας όλους!” Στο στρατόπεδο έμειναν όλοι άναυδοι»

[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 184]

«Μας κορόιδευαν και μας πρόσβαλλαν, αλλά ενδόμυχα μας σέβονταν»

[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 187]

«Δεν υπήρχε κανένα ίχνος συμβιβασμού, παρά μόνο Χριστιανική λογικότητα!»

[Χάρτης στη σελίδα 150]

(Για το πλήρως μορφοποιημένο κείμενο, βλέπε έντυπο)

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

ΠΟΛΩΝΙΑ

ΣΛΟΒΑΚΙΑ

ΑΥΣΤΡΙΑ

ΤΣΕΧΙΑ

ΒΟΗΜΙΑ

Πράγα

Λίντιτσε

Κλάντνο

Κάρλοβι Βάρι

Μοστ

Τέπλιτσε

Λίμπερετς

ΜΟΡΑΒΙΑ

Μπρνο

ΣΙΛΕΣΙΑ

[Ολοσέλιδη εικόνα στη σελίδα 148]

[Εικόνα στη σελίδα 153]

Ο αδελφός Έρλερ από τη Δρέσδη

[Εικόνες στη σελίδα 155]

Ο Ότο Έστελμαν παρουσίασε το «Φωτόδραμα της Δημιουργίας» σε όλη τη χώρα

[Εικόνα στη σελίδα 157]

Ο Μπόχουμιλ Μούλερ

[Εικόνα στη σελίδα 167]

Η Μπόζενα Βοντράζκοβα έμαθε την αλήθεια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης

[Εικόνες στη σελίδα 169]

Φράντισεκ Σνάιντρ και Άλοϊς Μίτσεκ—και οι δύο φυλακίστηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν

[Εικόνα στη σελίδα 173]

Πολλοί παρακολουθούσαν τις δημόσιες ομιλίες μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

[Εικόνες στη σελίδα 175]

Η οικογένεια Μπέθελ και το γραφείο τμήματος μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

[Εικόνα στη σελίδα 178]

Συνέλευση στο δάσος το 1949

[Εικόνα στη σελίδα 185]

Οι ομαδικές διακοπές παρείχαν ευκαιρίες για πνευματική εποικοδόμηση

[Εικόνα στη σελίδα 194]

Ο Γιάρομιρ Λένετσεκ, μέλος της Επιτροπής του Τμήματος, ζηλωτής στην υπηρεσία από τότε που ήταν νεαρός

[Εικόνες στη σελίδα 207]

Ο Μίλτον Χένσελ και ο Θεοντόρ Τζάρας, μαζί με άλλους, εργάστηκαν για τη νομική καταχώριση

[Εικόνα στη σελίδα 210]

Τσέχοι εκπρόσωποι σε μια συνέλευση στην Πολωνία το 1989

[Εικόνες στη σελίδα 216]

Διεθνής συνέλευση στην Πράγα το 1991—ένα εκπληκτικό γεγονός

[Εικόνα στη σελίδα 218]

Η μεταφραστική ομάδα της Τσεχίας

[Εικόνα στη σελίδα 223]

Το γραφείο τμήματος στην Πράγα

[Εικόνα στη σελίδα 223]

Κάτω: Επιτροπή του Τμήματος (από αριστερά προς τα δεξιά): Γιαν Γκλούκσελιγκ, Γιάρομιρ Λένετσεκ, Όντρεϊ Κάντλετς, Πέτερ Ζίτνικ και Έντουαρτ Σόμπιτσκα

    Ελληνικές Εκδόσεις (1950–2025)
    Αποσύνδεση
    Σύνδεση
    • Ελληνική
    • Κοινή Χρήση
    • Προτιμήσεις
    • Copyright © 2025 Watch Tower Bible and Tract Society of Pennsylvania
    • Όροι Χρήσης
    • Πολιτική Απορρήτου
    • Ρυθμίσεις Απορρήτου
    • JW.ORG
    • Σύνδεση
    Κοινή Χρήση